φορώ  Verb  [foro, forw]


Beispielsätze φορώ

... που φέρουν στη στολή τους (πλάτη). Αρχικά, οι ποδοσφαιριστές μιας ομάδας φορούσαν αριθμούς από το 1 έως το 11 που αντιστοιχούσαν στις ποδοσφαιρικές τους ...

... Ο λεγόμενος Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (αρκτικόλεξο Φ.Π.Α., προφέρεται Φι-Πι-Α) είναι έμμεσος φόρος που επιβλήθηκε από το "Παράγωγο Δίκαιο" του Κοινοτικού ...

... 14°36′49″N 61°03′58″W / 14.61361°N 61.06611°W / 14.61361; -61.06611 Το Φορ-ντε-Φρανς (γαλλικά: Fort-de-France) είναι η πρωτεύουσα της Μαρτινίκα, υπερπόντιας ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΦΟΡΩ
I wear
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φοράω, φορώφοράμε, φορούμεφοριέμαιφοριόμαστε
φοράςφοράτεφοριέσαιφοριέστε, φοριόσαστε
φοράει, φοράφοράν(ε), φορούν(ε)φοριέταιφοριούνται, φοριόνται
Imper
fekt
φορούσα, φόραγαφορούσαμε, φοράγαμεφοριόμουν(α)φοριόμαστε, φοριόμασταν
φορούσες, φόραγεςφορούσατε, φοράγατεφοριόσουν(α)φοριόσαστε, φοριόσασταν
φορούσε, φόραγεφορούσαν(ε), φόραγαν, φοράγανεφοριόταν(ε)φοριόνταν(ε), φοριούνταν, φοριόντουσαν
Aoristφόρεσαφορέσαμεφορέθηκαφορεθήκαμε
φόρεσεςφορέσατεφορέθηκεςφορεθήκατε
φόρεσεφόρεσαν, φορέσαν(ε)φορέθηκεφορέθηκαν, φορεθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω φορέσει
έχω φορεμένο
έχουμε φορέσει
έχουμε φορεμένο
έχω φορεθεί
είμαι φορεμένος, -η
έχουμε φορεθεί
είμαστε φορεμένοι, -ες
έχεις φορέσει
έχεις φορεμένο
έχετε φορέσει
έχετε φορεμένο
έχεις φορεθεί
είσαι φορεμένος, -η
έχετε φορεθεί
είστε φορεμένοι, -ες
έχει φορέσει
έχει φορεμένο
έχουν φορέσει
έχουν φορεμένο
έχει φορεθεί
είναι φορεμένος, -η, -ο
έχουν φορεθεί
είναι φορεμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα φορέσει
είχα φορεμένο
είχαμε φορέσει
είχαμε φορεμένο
είχα φορεθεί
ήμουν φορεμένος, -η
είχαμε φορεθεί
ήμαστε φορεμένοι, -ες
είχες φορέσει
είχες φορεμένο
είχατε φορέσει
είχατε φορεμένο
είχες φορεθεί
ήσουν φορεμένος, -η
είχατε φορεθεί
ήσαστε φορεμένοι, -ες
είχε φορέσει
είχε φορεμένο
είχαν φορέσει
είχαν φορεμένο
είχε φορεθεί
ήταν φορεμένος, -η, -ο
είχαν φορεθεί
ήταν φορεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φοράω, θα φορώθα φοράμε, θα φορούμεθα φοριέμαιθα φοριόμαστε
θα φοράςθα φοράτεθα φοριέσαιθα φοριέστε, θα φοριόσαστε
θα φοράει, θα φοράθα φοράν(ε), θα φορούν(ε)θα φοριέταιθα φοριούνται, θα φοριόνται
Fut
ur
θα φορέσωθα φορέσουμε, θα φορέσομεθα φορεθώθα φορεθούμε
θα φορέσειςθα φορέσετεθα φορεθείςθα φορεθείτε
θα φορέσειθα φορέσουν(ε)θα φορεθείθα φορεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φορέσει
θα έχω φορεμένο
θα έχουμε φορέσει
θα έχουμε φορεμένο
θα έχω φορεθεί
θα είμαι φορεμένος, -η
θα έχουμε φορεθεί
θα είμαστε φορεμένοι, -ες
θα έχεις φορέσει
θα έχεις φορεμένο
θα έχετε φορέσει
θα έχετε φορεμένο
θα έχεις φορεθεί
θα είσαι φορεμένος, -η
θα έχετε φορεθεί
θα είστε φορεμένοι, -ες
θα έχει φορέσει
θα έχει φορεμένο
θα έχουν φορέσει
θα έχουν φορεμένο
θα έχει φορεθεί
θα είναι φορεμένος, -η, -ο
θα έχουν φορεθεί
θα είναι φορεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φοράω, να φορώνα φοράμε, να φορούμενα φοριέμαινα φοριόμαστε
να φοράςνα φοράτενα φοριέσαινα φοριέστε, να φοριόσαστε
να φοράει, να φοράνα φοράν(ε), να φορούν(ε)να φοριέταινα φοριούνται, να φοριόνται
Aoristνα φορέσωνα φορέσουμε, να φορέσομενα φορεθώνα φορεθούμε
να φορέσειςνα φορέσετενα φορεθείςνα φορεθείτε
να φορέσεινα φορέσουν(ε)να φορεθείνα φορεθούν(ε)
Perfνα έχω φορέσει
να έχω φορεμένο
να έχουμε φορέσει
να έχουμε φορεμένο
να έχω φορεθεί
να είμαι φορεμένος, -η
να έχουμε φορεθεί
να είμαστε φορεμένοι, -ες
να έχεις φορέσει
να έχεις φορεμένο
να έχετε φορέσει
να έχετε φορεμένο
να έχεις φορεθεί
να είσαι φορεμένος, -η
να έχετε φορεθεί
να είστε φορεμένοι, -η
να έχει φορέσει
να έχει φορεμένο
να έχουν φορέσει
να έχουν φορεμένο
να έχει φορεθεί
να είναι φορεμένος, -η, -ο
να έχουν φορεθεί
να είναι φορεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφόρα, φόραγεφοράτεφοριέστε
Aoristφόρεσε, φόραφορέστεφορέσουφορεθείτε
Part
izip
Presφορώντας
Perfέχοντας φορέσει, έχοντας φορεμένοφορεμένος, -η, -οφορεμένοι, -ες, -α
InfinAoristφορέσειφορεθεί














Griechische Definition zu φορώ

φορώ [foró] & -άω, -ιέμαι : 1. βάζω κάποιο ρούχο ή άλλο συμπλήρωμα της αμφίεσης, ντύνομαι, είμαι ντυμένος με κτ.: φορώ γραβάτα / φουλάρι / παπιγιόν / ζώνη / καπέλο. Φόρα το σακάκι σου, γιατί κάνει ψύχρα. Φόρεσα τα καλά μου (ρούχα) και βγήκα έξω. Tι νούμερο παπούτσι φοράς; Ο δράστης φορούσε μια κάλτσα στο πρόσωπό του. Φόρεσε το παλτό της κι έφυγε βιαστικά. Φορούσε μαύρα, γιατί πενθούσε τον πεθερό της. (έκφρ.) φόρεσε τη φανέλα* της Εθνικής. || Aυτά τα ρούχα / τα παπούτσια δε φοριούνται πια, είναι φθαρμένα, παλιάς μόδας. || (μππ.) φορεμένος, μεταχειρισμένος, φθαρμένος. ANT αφόρετος: Tο πουκάμισο είναι φορεμένο. || (επέκτ.) για κοσμήματα, όπλα, διακριτικά ή άλλα εξαρτήμα τα: φορώ ρολόι / δαχτυλίδι / σκουλαρίκια / γυαλιά / σπαθί / κραγιόν / ζώνη / περούκα / κράνος. Φορούσε το σήμα της ειρήνης / του Ολυμπιακού. Δε φορώ κοσμήματα. || (προφ.): Tο καινούριο μοντέλο της μοτοσικλέτας φοράει φαρδύτερα λάστιχα, δέχεται, είναι εφοδιασμένο. Φόρεσε το χακί*. ΦΡ φορώ σε κπ. τα γυαλιά*. δεν έχει ρούχο* να φορέσει. φορώ φέσι* σε κπ. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φορώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15