κανονίζω  Verb  [kanonizo, kanonizw]

Ähnliche Bedeutung wie κανονίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κανονίζω

... δάσκαλοι της Ευρώπης ήταν συχνά οργανωμένοι σε σωματεία, μέσω των οποίων κανονιζόταν η μίσθωσή τους. Σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, αρχαιότερα πανεπιστήμια ...

... Χριστίνας, όταν όλοι υποτίθεται ότι ξεχνούν τα γενέθλιά της και η ίδια κανονίζει να βρεθεί στο σπίτι της με τον Αντώνη. Όμως, οι υπόλοιποι απλώς της κάνουν ...

... η πρώτη περιοχή εκτός Παρισιού που είχε «παρλαμέντ» (κοινοβούλιο) που κανόνιζε θέματα δικαστικά, φορολογικά κ.λπ. Η Κομητεία της Τουλούζης αναπτύχθηκε ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze regulatorische

... Qualitätsmanagement Titel Medizinprodukte – Qualitätsmanagementsysteme – Anforderungen für regulatorische Zwecke Letzte Ausgabe 2016-03 ISO 13485 ...

... Regulatorische T-Zellen (TReg), früher auch als Suppressor-T-Zellen bezeichnet, sind eine spezialisierte Untergruppe der T-Zellen. Sie haben die Funktion ...

... besitzt. Die europäische Kommission veröffentlicht gemäß Artikel 30 regulatorische und technische Standards (RTS) als delegierte Rechtsakte, um die Inhalte ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΑΝΟΝΙΖΩ
I regulate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κανονίζωκανονίζουμε, κανονίζομεκανονίζομαικανονιζόμαστε
κανονίζειςκανονίζετεκανονίζεσαικανονίζεστε, κανονιζόσαστε
κανονίζεικανονίζουν(ε)κανονίζεταικανονίζονται
Imper
fekt
κανόνιζακανονίζαμεκανονιζόμουν(α)κανονιζόμαστε, κανονιζόμασταν
κανόνιζεςκανονίζατεκανονιζόσουν(α)κανονιζόσαστε, κανονιζόσασταν
κανόνιζεκανόνιζαν, κανονίζαν(ε)κανονιζόταν(ε)κανονίζονταν, κανονιζόντανε, κανονιζόντουσαν
Aoristκανόνισακανονίσαμεκανονίστηκακανονιστήκαμε
κανόνισεςκανονίσατεκανονίστηκεςκανονιστήκατε
κανόνισεκανόνισαν, κανονίσαν(ε)κανονίστηκεκανονίστηκαν, κανονιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω κανονίσει
έχω κανονισμένο
έχουμε κανονίσει
έχουμε κανονισμένο
έχω κανονιστεί
είμαι κανονισμένος, -η
έχουμε κανονιστεί
είμαστε κανονισμένοι, -ες
έχεις κανονίσει
έχεις κανονισμένο
έχετε κανονίσει
έχετε κανονισμένο
έχεις κανονιστεί
είσαι κανονισμένος, -η
έχετε κανονιστεί
είστε κανονισμένοι, -ες
έχει κανονίσει
έχει κανονισμένο
έχουν κανονίσει
έχουν κανονισμένο
έχει κανονιστεί
είναι κανονισμένος, -η, -ο
έχουν κανονιστεί
είναι κανονισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κανονίσει
είχα κανονισμένο
είχαμε κανονίσει
είχαμε κανονισμένο
είχα κανονιστεί
ήμουν κανονισμένος, -η
είχαμε κανονιστεί
ήμαστε κανονισμένοι, -ες
είχες κανονίσει
είχες κανονισμένο
είχατε κανονίσει
είχατε κανονισμένο
είχες κανονιστεί
ήσουν κανονισμένος, -η
είχατε κανονιστεί
ήσαστε κανονισμένοι, -ες
είχε κανονίσει
είχε κανονισμένο
είχαν κανονίσει
είχαν κανονισμένο
είχε κανονιστεί
ήταν κανονισμένος, -η, -ο
είχαν κανονιστεί
ήταν κανονισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κανονίζωθα κανονίζουμε, θα κανονίζομεθα κανονίζομαιθα κανονιζόμαστε
θα κανονίζειςθα κανονίζετεθα κανονίζεσαιθα κανονίζεστε, θα κανονιζόσαστε
θα κανονίζειθα κανονίζουν(ε)θα κανονίζεταιθα κανονίζονται
Fut
ur
θα κανονίσωθα κανονίσουμε, θα κανονίζομεθα κανονιστώθα κανονιστούμε
θα κανονίσειςθα κανονίσετεθα κανονιστείςθα κανονιστείτε
θα κανονίσειθα κανονίσουν(ε)θα κανονιστείθα κανονιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κανονίσει
θα έχω κανονισμένο
θα έχουμε κανονίσει
θα έχουμε κανονισμένο
θα έχω κανονιστεί
θα είμαι κανονισμένος, -η
θα έχουμε κανονιστεί
θα είμαστε κανονισμένοι, -ες
θα έχεις κανονίσει
θα έχεις κανονισμένο
θα έχετε κανονίσει
θα έχετε κανονισμένο
θα έχεις κανονιστεί
θα είσαι κανονισμένος, -η
θα έχετε κανονιστεί
θα είστε κανονισμένοι, -ες
θα έχει κανονίσει
θα έχει κανονισμένο
θα έχουν κανονίσει
θα έχουν κανονισμένο
θα έχει κανονιστεί
θα είναι κανονισμένος, -η, -ο
θα έχουν κανονιστεί
θα είναι κανονισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κανονίζωνα κανονίζουμε, να κανονίζομενα κανονίζομαινα κανονιζόμαστε
να κανονίζειςνα κανονίζετενα κανονίζεσαινα κανονίζεστε, να κανονιζόσαστε
να κανονίζεινα κανονίζουν(ε)να κανονίζεταινα κανονίζονται
Aoristνα κανονίσωνα κανονίσουμε, να κανονίσομενα κανονιστώνα κανονιστούμε
να κανονίσειςνα κανονίσετενα κανονιστείςνα κανονιστείτε
να κανονίσεινα κανονίσουν(ε)να κανονιστείνα κανονιστούν(ε)
Perfνα έχω κανονίσει
να έχω κανονισμένο
να έχουμε κανονίσει
να έχουμε κανονισμένο
να έχω κανονιστεί
να είμαι κανονισμένος, -η
να έχουμε κανονιστεί
να είμαστε κανονισμένοι, -ες
να έχεις κανονίσει
να έχεις κανονισμένο
να έχετε κανονίσει
να έχετε κανονισμένο
να έχεις κανονιστεί
να είσαι κανονισμένος, -η
να έχετε κανονιστεί
να είστε κανονισμένοι, -ες
να έχει κανονίσει
να έχει κανονισμένο
να έχουν κανονίσει
να έχουν κανονισμένο
να έχει κανονιστεί
να είναι κανονισμένος, -η, -ο
να έχουν κανονιστεί
να είναι κανονισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκανόνιζεκανονίζετεκανονίζεστε
Aoristκανόνισεκανονίστεκανονίσουκανονιστείτε
Part
izip
Presκανονίζονταςκανονιζόμενος
Perfέχοντας κανονίσει, έχοντας κανονισμένοκανονισμένος, -η, -οκανονισμένοι, -ες, -α
InfinAoristκανονίσεικανονιστεί












Griechische Definition zu κανονίζω

κανονίζω [kanonízo] -ομαι : 1α. ενεργώ έτσι ώστε να γίνει κτ. σωστά ή να εξελιχθεί ομαλά, σύμφωνα με τις επιδιώξεις μου· ρυθμίζω2, τακτοποιώ: Πρέπει να κανονίσουμε τις λεπτομέρειες του ταξιδιού. Tο θέμα του διορισμού του δεν κανονίστηκε ακόμη. Οι διαφορές μας κανονίστηκαν, διευθετήθηκαν. Όλα είναι κανονισμένα. || Tα φανάρια κανονίζουν την κυκλοφορία, ρυθμίζουν. β. προγραμματίζω, σχεδιάζω να κάνω κτ., σε συνεννόηση με κπ. άλλον: Tι κανονίσατε για το καλοκαίρι; Kανονίσαμε να πάμε διακοπές. Kανόνισα να έρθει η μοδίστρα στο σπίτι. γ. προσδιορίζω την εξέλιξη μιας κατάστασης, αποφασίζω για κτ.: Δεν μπορείς να κανονίζεις εσύ τη δική μου ζωή. Ποιος κανονίζει εδώ μέσα;, ποιος είναι υπεύθυνος, ποιος διευθύνει. (έκφρ.) κανόνισε τη θέση σου / την πορεία σου, συμβουλευτικά ή απειλητικά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κανονίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15