καλώ Verb  [kalo, kalw]

  Verb
(21)
  Verb
(14)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu καλώ

καλώ Katharevousa καλῶ altgriechisch καλέω / καλῶ proto-indogermanisch *kelh₁- *kl̥h₁- (καλώ)


GriechischDeutsch
Συνάδελφοι, σας ευχαριστώ όλους για τις θερμές ευχές και τις συμβουλές και επαναλαμβάνω ότι αύριο, κατά τη μεσημβρινή διακοπή, καλώ όλους τους βουλευτές να μετάσχουν μαζί μου σε έναν σύντομο εορτασμό.Liebe Kollegen, ich danke allen für ihre Glückwünsche und Hinweise und möchte nochmals alle Abgeordneten herzlich für morgen Mittag zu einem kleinen Empfang einladen.

Übersetzung bestätigt

Εν κατακλείδι, καλώ όλες και όλους τους συναδέλφους μου να στηρίξουν αυτή την έκθεση και εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία να σας προσκαλέσω να επισκεφθείτε την Κύπρο το 2008, για να απολαύσετε την κυπριακή φιλοξενία και να ξοδέψετε τα ευρώ σας ελεύθερα κάτω από τον ήλιο.Abschließend möchte ich alle meine Kollegen auffordern, diesen Bericht zu unterstützen. Bei dieser Gelegenheit darf ich Sie alle einladen, 2008 nach Zypern zu kommen, die zyprische Gastfreundschaft und die Sonne zu genießen und ihre Euros großzügig auszugeben.

Übersetzung bestätigt

(IT) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, κύριε Επίτροπε, είστε απολύτως συνετός και επομένως σας καλώ, και κατ' αυτόν τον τρόπο συμπαρατάσσομαι με άλλους βουλευτές, να πάτε στη Λαμπεντούζα και, σας παρακαλώ, να μεταβείτε εκεί απροειδοποίητα, ούτως ώστε να διαπιστώσετε προσωπικά πόσο δύσκολη είναι η διαχείριση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης αυτού του τύπου.(IT) Herr Präsident, meine Damen und Herren, Kommissar Barrot, Sie sind ein äußerst vernünftiger Mensch, und ich möchte Sie daher einladen, in Begleitung meiner Person und weiterer MdEP Lampedusa zu besuchen. Dabei möchte ich Sie bitten, Ihren Besuch ohne Voranmeldung abzustatten, damit Sie persönlich sehen können, wie schwierig es ist, Ausnahmesituationen dieser Art zu bewältigen.

Übersetzung bestätigt

Δεύτερον, σας καλώ να είστε επίσης φιλόδοξοι όσον αφορά τη μορφή, διότι η σουηδική Προεδρία πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα να ανοίξει το δρόμο για τη Λισαβόνα, γεγονός που σημαίνει, πρώτον, ότι δεν θα υφίσταται πλέον το διπλό διαδικαστικό πλαίσιο του τρίτου και του πρώτου πυλώνα, το οποίο συχνά προκαλεί σύγχυση.Zweitens möchte ich Sie dazu einladen, auch ehrgeizig im Hinblick auf die Form zu sein, da der schwedische Ratsvorsitz sehr wahrscheinlich den Weg für Lissabon bereiten wird, was zunächst heißt, dass es den oft verwirrenden doppelten Verfahrensrahmen der dritten und ersten Säule nicht mehr geben wird.

Übersetzung bestätigt

Πολύ συγκεκριμένα, θα καλώ τη Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών σε συνεδρίαση με το σύνολο του Σώματος των Επιτρόπων κάθε χρόνο πριν από την έγκριση του νομοθετικού προγράμματος και προγράμματος εργασίας της Επιτροπής.Ganz konkret werde ich die Konferenz der Ausschussvorsitzenden einladen, jedes Jahr mit dem gesamten Kollegium der Kommissare zusammenzukommen, bevor die Kommission ihr Gesetzgebungsund Arbeitsprogramm verabschiedet.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Grammatik zu καλώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καλώκαλούμεκαλούμαικαλούμαστε
καλείςκαλείτεκαλείσαικαλείστε
καλείκαλούν(ε)καλείταικαλούνται
Imper
fekt
καλούσακαλούσαμεκαλούμουνκαλούμαστε
καλούσεςκαλούσατε
καλούσεκαλούσαν(ε)καλούνταν, εκαλείτοκαλούνταν, εκαλούντο
Aoristκάλεσακαλέσαμεκαλέστηκα, κλήθηκακαλεστήκαμε, κληθήκαμε
κάλεσεςκαλέσατεκαλέστηκες, κλήθηκεςκαλεστήκατε, κληθήκατε
κάλεσεκάλεσαν, καλέσαν(ε)καλέστηκε, κλήθηκεκαλέστηκαν, καλεστήκαν(ε)
κλήθηκαν, κληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω καλέσει
έχω καλεσμένο
έχουμε καλέσει
έχουμε καλεσμένο
έχω καλεστεί/κληθεί
είμαι καλεσμένος, -η
έχουμε καλεστεί/κληθεί
είμαστε καλεσμένοι, -ες
έχεις καλέσει
έχεις καλεσμένο
έχετε καλέσει
έχετε καλεσμένο
έχεις καλεστεί/κληθεί
είσαι καλεσμένος, -η
έχετε καλεστεί/κληθεί
είστε καλεσμένοι, -ες
έχει καλέσει
έχει καλεσμένο
έχουν καλέσει
έχουν καλεσμένο
έχει καλεστεί/κληθεί
είναι καλεσμένος, -η, -ο
έχουν καλεστεί/κληθεί
είναι καλεσμένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα καλέσει
είχα καλεσμένο
είχαμε καλέσει
είχαμε καλεσμενο
είχα καλεστεί/κληθεί
ήμουν καλεσμένος, -η
είχαμε καλεστεί/κληθεί
ήμαστε καλεσμένοι, -ες
είχες καλέσει
είχες καλεσμένο
είχατε καλέσει
είχατε καλεσμένο
είχες καλεστεί/κληθεί
έσουν καλεσμένος, -η
είχατε καλεστεί/κληθεί
έσαστε καλεσμένοι, -ες
είχε καλέσει
είχε καλεσμένο
είχαν καλέσει
είχαν καλεσμένο
είχε καλεστεί/κληθεί
ήταν καλεσμένος, -η, -ο
είχαν καλεστεί/κληθεί
ήταν καλεσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καλώθα καλούμεθα καλούμαιθα καλούμαστε
θα καλείςθα καλείτεθα καλείσαιθα καλείστε
θα καλείθα καλούν(ε)θα καλείταιθα καλούνται
Fut
ur
θα καλέσωθα καλέσουμε, θα καλέσομεθα καλεστώ, θα κληθώθα καλεστούμε, θα κληθούμε
θα καλέσειςθα καλέσετεθα καλεστείς, θα κληθείςθα καλεστείτε, θα κληθείτε
θα καλέσειθα καλέσουν(ε)θα καλεστεί, θα κληθείθα καλεστούν(ε), θα κληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καλέσει
θα έχω καλεσμένο
θα έχουμε καλέσει
θα έχουμε καλεσμένο
θα έχω καλεστεί/κληθεί
θα είμαι καλεσμένος, -η
θα έχουμε καλεστεί/κληθεί
θα είμαστε καλεσμένοι, -ες
θα έχεις καλέσει
θα έχεις καλεσμένο
θα έχετε καλέσει
θα έχετε καλεσμένο
θα έχεις καλεστεί/κληθεί
θα είσαι καλεσμένος, -η
θα έχετε καλεστεί/κληθεί
θα είστε καλεσμένοι, -η
θα έχει καλέσει
θα έχει καλεσμένο
θα έχουν καλέσει
θα έχουν καλεσμένο
θα έχει καλεστεί/κληθεί
θα είναι καλεσμένος, -η, -ο
θα έχουν καλεστεί/κληθεί
θα είναι καλεσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καλώνα καλούμενα καλούμαινα καλούμαστε
να καλείςνα καλείτενα καλείσαινα καλείστε
να καλείνα καλούν(ε)να καλείταινα καλούνται
Aoristνα καλέσωνα καλέσουμε, να καλέσομενα καλεστώ, να κληθώνα καλεστούμε, να κληθούμε
να καλέσειςνα καλέσετενα καλεστείς, να κληθείςνα καλεστείτε, να κληθείτε
να καλέσεινα καλέσουν(ε)να καλεστεί, να κληθείνα καλεστούν(ε), να κληθούν(ε)
Perfνα έχω καλέσει
να έχω καλεσμένο
να έχουμε καλέσει
να έχουμε καλεσμένο
να έχω καλεστεί/κληθεί
να είμαι καλεσμένος, -η
να έχουμε καλεστεί/κληθεί
να είμαστε καλεσμενοι, -ες
να έχεις καλέσει
να έχεις καλεσμένο
να έχετε καλέσει
να έχετε καλεσμένο
να έχεις καλεστεί/κληθεί
να είσαι καλεσμένος, -η
να έχετε καλεστεί/κληθεί
να είστε καλεσμένοι, -ες
να έχει καλέσει
να έχει καλεσμένο
να έχουν καλέσει
να έχουν καλεσμένο
να έχει καλεστεί/κληθεί
να είναι καλεσμένος, -η, -ο
να έχουν καλεστεί/κληθεί
να είναι καλεσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκαλείτεκαλείστε
Aoristκάλεσεκαλέστε, καλέσετεκαλέσουκαλεστείτε, κληθείτε
Part
izip
Presκαλώνταςκαλούμενος
Perfέχοντας καλέσει, έχοντας καλεσμένοκαλεσμένος, -η, -οκαλεσμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαλέσεικαλεστεί/κληθεί















Griechische Definition zu καλώ

καλώ [kaló] -ούμαι παθ. αόρ. καλέστηκα, απαρέμφ. καλεστεί στη σημ. 1 και παθ. αόρ. κλήθηκα, απαρέμφ. κληθεί στη σημ. 2, μππ. καλεσμένος στη σημ. 1 : 1. ζητώ από κπ., προφορικά ή γραπτά και με τον κατάλληλο τρόπο που επιβάλλουν οι κανόνες καλής συμπεριφοράς, να έρθει σε κάποια κοινωνική συγκέντρωση που γίνεται στο σπίτι μου ή σε άλλο χώρο, με δική μου ευθύνη ή με δικά μου έξοδα· προσκαλώ: Mας κάλεσαν σε τραπέζι / για φαγητό / σε δεξίωση. Είμαι καλεσμένος σε γάμο / στα εγκαίνια του καταστήματός του / σε έκθεση ζωγραφικής. || (ως ουσ.) ο καλεσμένος*. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback