beordern
 Verb

καλώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Als ich von dem Vorfall erfuhr, war ich so frei, alle Sea Hawks im Hafen hierher zu beordern.Μολις πληροφορηθηκα για το περιστατικο Εξοχοτατη... Πηρα την αδεια να καλεσω εδω, ολα.... Τα Γερακια της Θαλασσας που ειναι στο λιμανι τωρα.

Übersetzung nicht bestätigt

Es ist meine Pflicht, Sie zu warnen, dass jede weitere Ungesetzlichkeit mich dazu zwingt, Truppen hierher zu beordern.Είναι καθήκον μου να σας προειδοποιήσω ότι σε κάθε πράξη ανομίας θα αναγκαστώ να καλέσω το στρατό για τη διατήρηση της τάξης.

Übersetzung nicht bestätigt

Sie sollten ihn anrufen und zurück nach Paris beordern.Νομίζω ότι πρέπει να τον ανακαλέσετε στο Παρίσι.

Übersetzung nicht bestätigt

Captain,... ich muss Sie bitten, einen anderen Offizier zu beordern.Πρέπει να σας ζητήσω την άδεια να στείλω κάποιον άλλον.

Übersetzung nicht bestätigt

Dann beordern Sie eine zurück.Συγνώμη, Υποπλοίαρχε, αλλά είναι όλα έξω.

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καλώκαλούμεκαλούμαικαλούμαστε
καλείςκαλείτεκαλείσαικαλείστε
καλείκαλούν(ε)καλείταικαλούνται
Imper
fekt
καλούσακαλούσαμεκαλούμουνκαλούμαστε
καλούσεςκαλούσατε
καλούσεκαλούσαν(ε)καλούνταν, εκαλείτοκαλούνταν, εκαλούντο
Aoristκάλεσακαλέσαμεκαλέστηκα, κλήθηκακαλεστήκαμε, κληθήκαμε
κάλεσεςκαλέσατεκαλέστηκες, κλήθηκεςκαλεστήκατε, κληθήκατε
κάλεσεκάλεσαν, καλέσαν(ε)καλέστηκε, κλήθηκεκαλέστηκαν, καλεστήκαν(ε)
κλήθηκαν, κληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω καλέσει
έχω καλεσμένο
έχουμε καλέσει
έχουμε καλεσμένο
έχω καλεστεί/κληθεί
είμαι καλεσμένος, -η
έχουμε καλεστεί/κληθεί
είμαστε καλεσμένοι, -ες
έχεις καλέσει
έχεις καλεσμένο
έχετε καλέσει
έχετε καλεσμένο
έχεις καλεστεί/κληθεί
είσαι καλεσμένος, -η
έχετε καλεστεί/κληθεί
είστε καλεσμένοι, -ες
έχει καλέσει
έχει καλεσμένο
έχουν καλέσει
έχουν καλεσμένο
έχει καλεστεί/κληθεί
είναι καλεσμένος, -η, -ο
έχουν καλεστεί/κληθεί
είναι καλεσμένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα καλέσει
είχα καλεσμένο
είχαμε καλέσει
είχαμε καλεσμενο
είχα καλεστεί/κληθεί
ήμουν καλεσμένος, -η
είχαμε καλεστεί/κληθεί
ήμαστε καλεσμένοι, -ες
είχες καλέσει
είχες καλεσμένο
είχατε καλέσει
είχατε καλεσμένο
είχες καλεστεί/κληθεί
έσουν καλεσμένος, -η
είχατε καλεστεί/κληθεί
έσαστε καλεσμένοι, -ες
είχε καλέσει
είχε καλεσμένο
είχαν καλέσει
είχαν καλεσμένο
είχε καλεστεί/κληθεί
ήταν καλεσμένος, -η, -ο
είχαν καλεστεί/κληθεί
ήταν καλεσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καλώθα καλούμεθα καλούμαιθα καλούμαστε
θα καλείςθα καλείτεθα καλείσαιθα καλείστε
θα καλείθα καλούν(ε)θα καλείταιθα καλούνται
Fut
ur
θα καλέσωθα καλέσουμε, θα καλέσομεθα καλεστώ, θα κληθώθα καλεστούμε, θα κληθούμε
θα καλέσειςθα καλέσετεθα καλεστείς, θα κληθείςθα καλεστείτε, θα κληθείτε
θα καλέσειθα καλέσουν(ε)θα καλεστεί, θα κληθείθα καλεστούν(ε), θα κληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καλέσει
θα έχω καλεσμένο
θα έχουμε καλέσει
θα έχουμε καλεσμένο
θα έχω καλεστεί/κληθεί
θα είμαι καλεσμένος, -η
θα έχουμε καλεστεί/κληθεί
θα είμαστε καλεσμένοι, -ες
θα έχεις καλέσει
θα έχεις καλεσμένο
θα έχετε καλέσει
θα έχετε καλεσμένο
θα έχεις καλεστεί/κληθεί
θα είσαι καλεσμένος, -η
θα έχετε καλεστεί/κληθεί
θα είστε καλεσμένοι, -η
θα έχει καλέσει
θα έχει καλεσμένο
θα έχουν καλέσει
θα έχουν καλεσμένο
θα έχει καλεστεί/κληθεί
θα είναι καλεσμένος, -η, -ο
θα έχουν καλεστεί/κληθεί
θα είναι καλεσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καλώνα καλούμενα καλούμαινα καλούμαστε
να καλείςνα καλείτενα καλείσαινα καλείστε
να καλείνα καλούν(ε)να καλείταινα καλούνται
Aoristνα καλέσωνα καλέσουμε, να καλέσομενα καλεστώ, να κληθώνα καλεστούμε, να κληθούμε
να καλέσειςνα καλέσετενα καλεστείς, να κληθείςνα καλεστείτε, να κληθείτε
να καλέσεινα καλέσουν(ε)να καλεστεί, να κληθείνα καλεστούν(ε), να κληθούν(ε)
Perfνα έχω καλέσει
να έχω καλεσμένο
να έχουμε καλέσει
να έχουμε καλεσμένο
να έχω καλεστεί/κληθεί
να είμαι καλεσμένος, -η
να έχουμε καλεστεί/κληθεί
να είμαστε καλεσμενοι, -ες
να έχεις καλέσει
να έχεις καλεσμένο
να έχετε καλέσει
να έχετε καλεσμένο
να έχεις καλεστεί/κληθεί
να είσαι καλεσμένος, -η
να έχετε καλεστεί/κληθεί
να είστε καλεσμένοι, -ες
να έχει καλέσει
να έχει καλεσμένο
να έχουν καλέσει
να έχουν καλεσμένο
να έχει καλεστεί/κληθεί
να είναι καλεσμένος, -η, -ο
να έχουν καλεστεί/κληθεί
να είναι καλεσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκαλείτεκαλείστε
Aoristκάλεσεκαλέστε, καλέσετεκαλέσουκαλεστείτε, κληθείτε
Part
izip
Presκαλώνταςκαλούμενος
Perfέχοντας καλέσει, έχοντας καλεσμένοκαλεσμένος, -η, -οκαλεσμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαλέσεικαλεστεί/κληθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback