καθορίζω  Verb  [kathorizo, kathorizw]

Ähnliche Bedeutung wie καθορίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze καθορίζω

... ενώνονται με μία γραμμή παράλληλη με τη γραμμή τέρματος. Η περιοχή που καθορίζεται από τις γραμμές αυτές και την γραμμή τέρματος αποτελεί την «περιοχή τέρματος» ...

... την ενδυμασία των παιχτών στο άθλημα του ποδοσφαίρου. Ο κανόνας αυτός καθορίζει τον ελάχιστο εξοπλισμό τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιεί ένας ποδοσφαιριστής ...

... έπρεπε να αρκεστεί σε αυτά που καθόριζε η Συνθήκη της 6ης Ιουλίου, δηλαδή αυτονομία και όχι ανεξαρτησία και σύνορα που καθόριζε η γραμμή Αχελώου-Μαλιακού, ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze entscheiden

... Zuerst entscheiden wir, was notwendig ist zu entscheiden, dann teilen wir uns in zwei Gruppen auf. ...

... Sie entscheiden keine wichtigen Dinge. ...

... Trotzdem entscheiden sich viele für die Frührente. ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, MUIRIEL

Grammatik


ΚΑΘΟΡΙΖΩ
I define
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καθορίζωκαθορίζουμε, καθορίζομεκαθορίζομαικαθοριζόμαστε
καθορίζειςκαθορίζετεκαθορίζεσαικαθορίζεστε, καθοριζόσαστε
καθορίζεικαθορίζουν(ε)καθορίζεταικαθορίζονται
Imper
fekt
καθόριζακαθορίζαμεκαθοριζόμουν(α)καθοριζόμαστε, καθοριζόμασταν
καθόριζεςκαθορίζατεκαθοριζόσουν(α)καθοριζόσαστε, καθοριζόσασταν
καθόριζεκαθόριζαν, καθορίζαν(ε)καθοριζόταν(ε)καθορίζονταν, καθοριζόντανε, καθοριζόντουσαν
Aoristκαθόρισακαθορίσαμεκαθορίστηκακαθοριστήκαμε
καθόρισεςκαθορίσατεκαθορίστηκεςκαθοριστήκατε
καθόρισεκαθόρισαν, καθορίσαν(ε)καθορίστηκεκαθορίστηκαν, καθοριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω καθορίσει
έχω καθορισμένο
έχουμε καθορίσει
έχουμε καθορισμένο
έχω καθοριστεί
είμαι καθορισμένος, -η
έχουμε καθοριστεί
είμαστε καθορισμένοι, -ες
έχεις καθορίσει
έχεις καθορισμένο
έχετε καθορίσει
έχετε καθορισμένο
έχεις καθοριστεί
είσαι καθορισμένος, -η
έχετε καθοριστεί
είστε καθορισμένοι, -ες
έχει καθορίσει
έχει καθορισμένο
έχουν καθορίσει
έχουν καθορισμένο
έχει καθοριστεί
είναι καθορισμένος, -η, -ο
έχουν καθοριστεί
είναι καθορισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα καθορίσει
είχα καθορισμένο
είχαμε καθορίσει
είχαμε καθορισμένο
είχα καθοριστεί
ήμουν καθορισμένος, -η
είχαμε καθοριστεί
ήμαστε καθορισμένοι, -ες
είχες καθορίσει
είχες καθορισμένο
είχατε καθορίσει
είχατε καθορισμένο
είχες καθοριστεί
ήσουν καθορισμένος, -η
είχατε καθοριστεί
ήσαστε καθορισμένοι, -ες
είχε καθορίσει
είχε καθορισμένο
είχαν καθορίσει
είχαν καθορισμένο
είχε καθοριστεί
ήταν καθορισμένος, -η, -ο
είχαν καθοριστεί
ήταν καθορισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καθορίζωθα καθορίζουμε, θα καθορίζομεθα καθορίζομαιθα καθοριζόμαστε
θα καθορίζειςθα καθορίζετεθα καθορίζεσαιθα καθορίζεστε, θα καθοριζόσαστε
θα καθορίζειθα καθορίζουν(ε)θα καθορίζεταιθα καθορίζονται
Fut
ur
θα καθορίσωθα καθορίσουμε, θα καθορίζομεθα καθοριστώθα καθοριστούμε
θα καθορίσειςθα καθορίσετεθα καθοριστείςθα καθοριστείτε
θα καθορίσειθα καθορίσουν(ε)θα καθοριστείθα καθοριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καθορίσει
θα έχω καθορισμένο
θα έχουμε καθορίσει
θα έχουμε καθορισμένο
θα έχω καθοριστεί
θα είμαι καθορισμένος, -η
θα έχουμε καθοριστεί
θα είμαστε καθορισμένοι, -ες
θα έχεις καθορίσει
θα έχεις καθορισμένο
θα έχετε καθορίσει
θα έχετε καθορισμένο
θα έχεις καθοριστεί
θα είσαι καθορισμένος, -η
θα έχετε καθοριστεί
θα είστε καθορισμένοι, -ες
θα έχει καθορίσει
θα έχει καθορισμένο
θα έχουν καθορίσει
θα έχουν καθορισμένο
θα έχει καθοριστεί
θα είναι καθορισμένος, -η, -ο
θα έχουν καθοριστεί
θα είναι καθορισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καθορίζωνα καθορίζουμε, να καθορίζομενα καθορίζομαινα καθοριζόμαστε
να καθορίζειςνα καθορίζετενα καθορίζεσαινα καθορίζεστε, να καθοριζόσαστε
να καθορίζεινα καθορίζουν(ε)να καθορίζεταινα καθορίζονται
Aoristνα καθορίσωνα καθορίσουμε, να καθορίσομενα καθοριστώνα καθοριστούμε
να καθορίσειςνα καθορίσετενα καθοριστείςνα καθοριστείτε
να καθορίσεινα καθορίσουν(ε)να καθοριστείνα καθοριστούν(ε)
Perfνα έχω καθορίσει
να έχω καθορισμένο
να έχουμε καθορίσει
να έχουμε καθορισμένο
να έχω καθοριστεί
να είμαι καθορισμένος, -η
να έχουμε καθοριστεί
να είμαστε καθορισμένοι, -ες
να έχεις καθορίσει
να έχεις καθορισμένο
να έχετε καθορίσει
να έχετε καθορισμένο
να έχεις καθοριστεί
να είσαι καθορισμένος, -η
να έχετε καθοριστεί
να είστε καθορισμένοι, -ες
να έχει καθορίσει
να έχει καθορισμένο
να έχουν καθορίσει
να έχουν καθορισμένο
να έχει καθοριστεί
να είναι καθορισμένος, -η, -ο
να έχουν καθοριστεί
να είναι καθορισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκαθόριζεκαθορίζετεκαθορίζεστε
Aoristκαθόρισεκαθορίστεκαθορίσουκαθοριστείτε
Part
izip
Presκαθορίζονταςκαθοριζόμενος
Perfέχοντας καθορίσει, έχοντας καθορισμένοκαθορισμένος, -η, -οκαθορισμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαθορίσεικαθοριστεί












Griechische Definition zu καθορίζω

καθορίζω [kaθorízo] -ομαι : 1α. ορίζω με ακρίβεια τα τοπικά, χρονικά ή ποσοτικά όρια: Tα σύνορα των κρατών καθορίζονται με διεθνείς συμφωνίες. Δεν έχει καθοριστεί ακόμη η ημερομηνία των εξετάσεων και ο χώρος όπου θα διεξαχθούν. Tο υπουργείο θα καθορίσει το ύψος των ανατιμήσεων. β. προσδιορίζω με ακρίβεια τη φύση ενός αντικειμένου, ενός φαινομένου, μιας κατάστασης: Δεν μπορώ να καθορίσω τι ακριβώς συνέβη / ποιο συναίσθημα ήταν πιο έντονο, η θλίψη ή η οργή. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καθορίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15