εγκαθιστώ  Verb  [egkathisto, egkathistw]

Ähnliche Bedeutung wie εγκαθιστώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εγκαθιστώ

... επιθυμώ να περιέλθη εις τον γαμβρόν μου Κανέλλον Α. Κανελλόπουλον ον εγκαθιστώ γενικόν κληρονόμον ίνα το χρησιμοποιήση προς καλλιτέραν αποκατάστασιν ...

... στην Αυστραλία 1789 Γαλλική Επανάσταση 1799 Ο Ναπολέων Α΄ Βοναπάρτης εγκαθιστά δικτατορία Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ Αικατερίνη η Μεγάλη Τζέιμς Κουκ Ντενί ...

... εδάφη της Ρώμης στην Αφρική.Ο Οκταβιανός κλήθηκε να αποφασίσει πού θα εγκαθιστούσε τους δεκάδες χιλιάδες βετεράνους του πολέμου στη Μακεδονία, στους οποίους ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze einbauen

... Tom war so krankhaft misstrauisch, dass er überall bei sich zu Hause versteckte Überwachungskameras einbauen ließ. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΕΓΚΑΘΙΣΤΩ
I install
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εγκαθιστώεγκαθιστούμεεγκαθίσταμαι(εγκαθιστάμεθα)
εγκαθιστάςεγκαθιστάτεεγκαθίστασαι(εγκαθίστασθε)
εγκαθιστάεγκαθιστούν(ε)εγκαθίσταταιεγκαθίστανται
Imper
fekt
εγκαθιστούσαεγκαθιστούσαμε
εγκαθιστούσεςεγκαθιστούσατε
εγκαθιστούσεεγκαθιστούσαν(ε)εγκαθίστατοεγκαθίσταντο
Aoristεγκατέστησαεγκαταστήσαμεεγκαταστάθηκαεγκατασταθήκαμε
εγκατέστησεςεγκαταστήσατεεγκαταστάθηκεςεγκατασταθήκατε
εγκατέστησεεγκατέστησαν, εγκαταστήσαν(ε)εγκαταστάθηκεεγκαταστάθηκαν, εγκατασταθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω εγκαταστήσειέχουμε εγκαταστήσειέχω εγκατασταθεί
είμαι εγκατεστημένος, -η
έχουμε εγκατασταθεί
είμαστε εγκατεστημένοι, -ες
έχεις εγκαταστήσειέχετε εγκαταστήσειέχεις εγκατασταθεί
είσαι εγκατεστημένος, -η
έχετε εγκατασταθεί
είστε εγκατεστημένοι, -ες
έχει εγκαταστήσειέχουν εγκαταστήσειέχει εγκατασταθεί
είναι εγκατεστημένος, -η, -ο
έχουν εγκατασταθεί
είναι εγκατεστημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα εγκαταστήσειείχαμε εγκαταστήσειείχα εγκατασταθεί
ήμουν εγκατεστημένος, -η
είχαμε εγκατασταθεί
ήμαστε εγκατεστημένοι, -ες
είχες εγκαταστήσειείχατε εγκαταστήσειείχες εγκατασταθεί
ήσουν εγκατεστημένος, -η
είχατε εγκατασταθεί
ήσαστε εγκατεστημένοι, -ες
είχε εγκαταστήσειείχαν εγκαταστήσειείχε εγκατασταθεί
ήταν εγκατεστημένος, -η, -ο
είχαν εγκατασταθεί
ήταν εγκατεστημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εγκαθιστώθα εγκαθιστούμεθα εγκαθίσταμαι(θα εγκαθιστάμεθα)
θα εγκαθιστάςθα εγκαθιστάτεθα εγκαθίστασαι(θα εγκαθίστασθε)
θα εγκαθιστάθα εγκαθιστούν(ε)θα εγκαθίσταταιθα εγκαθίστανται
Fut
ur
θα εγκαταστήσωθα εγκαταστήσουμε, θα εγκαταστήσομεθα εγκατασταθώθα εγκατασταθούμε
θα εγκαταστήσειςθα εγκαταστήσετεθα εγκατασταθείςθα εγκατασταθείτε
θα εγκαταστήσειθα εγκαταστήσουν(ε)θα εγκατασταθείθα εγκατασταθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εγκαταστήσειθα έχουμε εγκαταστήσει θα έχω εγκατασταθεί
θα είμαι εγκατεστημένος, -η
θα έχουμε εγκατασταθεί
θα είμαστε εγκατεστημένοι, -ες
θα έχεις εγκαταστήσειθα έχετε εγκαταστήσειθα έχεις εγκατασταθεί
θα είσαι εγκατεστημένος, -η
θα έχετε εγκατασταθεί
θα είστε εγκατεστημένοι, -ες
θα έχει εγκαταστήσειθα έχουν εγκαταστήσειθα έχει εγκατασταθεί
θα είναι εγκατεστημένος, -η, -ο
θα έχουν εγκατασταθεί
θα είναι εγκατεστημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εγκαθιστώνα εγκαθιστούμενα εγκαθίσταμαι(να εγκαθιστάμεθα)
να εγκαθιστάςνα εγκαθιστάτενα εγκαθίστασαι(να εγκαθίστασθε)
να εγκαθιστάνα εγκαθιστούν(ε)να εγκαθίσταταινα εγκαθίστανται
Aoristνα εγκαταστήσωνα εγκαταστήσουμε, να εγκαταστήσομενα εγκατασταθώνα εγκατασταθούμε
να εγκαταστήσειςνα εγκαταστήσετενα εγκατασταθείςνα εγκατασταθείτε
να εγκαταστήσεινα εγκαταστήσουν(ε)να εγκατασταθείνα εγκατασταθούν(ε)
Perfνα έχω εγκαταστήσεινα έχουμε εγκαταστήσεινα έχω εγκατασταθεί
να είμαι εγκατεστημένος, -η
να έχουμε εγκατασταθεί
να είμαστε εγκατεστημένοι, -ες
να έχεις εγκαταστήσεινα έχετε εγκαταστήσεινα έχεις εγκατασταθεί
να είσαι εγκατεστημένος, -η
να έχετε εγκατασταθεί
να είστε εγκατεστημένοι, -ες
να έχει εγκαταστήσεινα έχουν εγκαταστήσεινα έχει εγκατασταθεί
να είναι εγκατεστημένος, -η, -ο
να έχουν εγκατασταθεί
να είναι εγκατεστημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεγκαθιστάτε(εγκαθιστάσθε)
Aoristεγκατάστησεεγκαταστήστε, εγκαταστήσετεεγκαταστήσουεγκατασταθείτε
Part
izip
Presεγκαθιστώνταςεγκαθιστάμενος
Perfέχοντας εγκαταστήσειεγκατεστημένος, -η, -οεγκατεστημένοι, -ες, -α
InfinAoristεγκαταστήσειεγκατασταθεί














Griechische Definition zu εγκαθιστώ

εγκαθιστώ [eŋgaθistó] -αμαι .1α αόρ. εγκατέστησα και (σπάν.) εγκατάστησα, απαρέμφ. εγκαταστήσει, παθ. αόρ. εγκαταστάθηκα, απαρέμφ. εγκατασταθεί, μππ. και εγκατεστημένος* : τοποθετώ κτ. ή κπ. μόνιμα ή για μακρό χρονικό διάστημα κάπου. 1α. για πράγμα, συνήθ. για μηχάνημα, σύστημα μηχανισμών κτλ., το τοποθετώ έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργήσει: Εγκατέστησα σύστημα εξαερισμού, έβαλα. Είχε εγκαταστήσει στο σπίτι του ραδιοφωνικό σταθμό, έστησε. || Εγκατέστησαν το παρατηρητήριό τους σε ένα ύψωμα. Εγκατέστησε το γραφείο του στον τρίτο όροφο. β. (πληροφ.) μεταφέρω ένα πρόγραμμα στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή ακολουθώντας συγκεκριμένες οδηγίες: Δεν έχω εγκαταστήσει ακόμη τη νέα έκδοση του προγράμματος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εγκαθιστώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15