δεσμεύω  Verb  [desmevo, thesmevo, desmeyw]


Beispielsätze δεσμεύω

... επίπεδο τετραγωνικό 16e και d8 σύμπλοκο, και έχει την ασυνήθιστη ιδιότητα να δεσμεύει μόρια οξυγόνου, O2 αλλά και να δίνει 18e και d6 οκταεδρικά διυδρίδια όταν ...

... ενέργεια σε χημική. Κατά την φωτοσύνθεση στα φυτά η φωτεινή ενέργεια δεσμεύεται και χρησιμοποιείται για τη μετατροπή διοξειδίου του άνθρακα και νερού ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze binden

... Ihr sagt, es ist euer Brauch, Witwen zu verbrennen. Also gut. Wir haben auch einen Brauch: Wenn Männer eine Frau lebend verbrennen, binden wir ein Seil um ihre Hälse und hängen sie. Baut euren Scheiterhaufen; daneben werden meine Zimmermänner einen Galgen bauen. Ihr dürft eurem Brauch folgen. Und dann folgen wir unserem. ...

... Ich fragte sie, ob sie ihr Schicksal an mich binden wolle. ...

... Kinder sind das lieblichste Pfand der Ehe, sie binden und erhalten das Band der Liebe. ...

Quelle: Fingerhut, al_ex_an_der, Esperantostern

Grammatik


ΔΕΣΜΕΥΩ
I bind
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δεσμεύωδεσμεύουμε, δεσμεύομεδεσμεύομαιδεσμευόμαστε
δεσμεύειςδεσμεύετεδεσμεύεσαιδεσμεύεστε, δεσμευόσαστε
δεσμεύειδεσμεύουν(ε)δεσμεύεταιδεσμεύονται
Imper
fekt
δέσμευαδεσμεύαμεδεσμευόμουν(α)δεσμευόμαστε
δέσμευεςδεσμεύατεδεσμευόσουν(α)δεσμευόσαστε
δέσμευεδέσμευαν, δεσμεύαν(ε)δεσμευόταν(ε)δεσμεύονταν
Aoristδέσμευσαδεσμεύσαμεδεσμεύτηκα, δεσμεύθηκαδεσμευτήκαμε, δεσμευθήκαμε
δέσμευσεςδεσμεύσατεδεσμεύτηκες, δεσμεύθηκεςδεσμευτήκατε, δεσμευθήκατε
δέσμευσεδέσμευσαν, δεσμεύσαν(ε)δεσμεύτηκε, δεσμεύθηκεδεσμεύτηκαν, δεσμευθήκαν(ε)
Per
fect
έχω δεσμεύσει
έχω δεσμευμένο
έχουμε δεσμεύσει
έχουμε δεσμευμένο
έχω δεσμευτεί/δεσμευθεί
είμαι δεσμευμένος, -η
έχουμε δεσμευτεί/δεσμευθεί
είμαστε δεσμευμένοι, -ες
έχεις δεσμεύσει
έχεις δεσμευμένο
έχετε δεσμεύσει
έχετε δεσμευμένο
έχεις δεσμευτεί/δεσμευθεί
είσαι δεσμευμένος, -η
έχετε δεσμευτεί/δεσμευθεί
είστε δεσμευμένοι, -ες
έχει δεσμεύσει
έχει δεσμευμένο
έχουν δεσμεύσει
έχουν δεσμευμένο
έχει δεσμευτεί/δεσμευθεί
είναι δεσμευμένος, -η, -ο
έχουν δεσμευτεί/δεσμευθεί
είναι δεσμευμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δεσμεύσει
είχα δεσμευμένο
είχαμε δεσμεύσει
είχαμε δεσμευμένο
είχα δεσμευτεί/δεσμευθεί
ήμουν δεσμευμένος, -η
είχαμε δεσμευτεί/δεσμευθεί
ήμαστε δεσμευμένοι, -ες
είχες δεσμεύσει
είχες δεσμευμένο
είχατε δεσμεύσει
είχατε δεσμευμένο
είχες δεσμευτεί/δεσμευθεί
ήσουν δεσμευμένος, -η
είχατε δεσμευτεί/δεσμευθεί
ήσαστε δεσμευμένοι, -ες
είχε δεσμεύσει
είχε δεσμευμένο
είχαν δεσμεύσει
είχαν δεσμευμένο
είχε δεσμευτεί/δεσμευθεί
ήταν δεσμευμένος, -η, -ο
είχαν δεσμευτεί/δεσμευθεί
ήταν δεσμευμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δεσμεύωθα δεσμεύουμε, θα δεσμεύομεθα δεσμεύομαιθα δεσμευόμαστε
θα δεσμεύειςθα δεσμεύετεθα δεσμεύεσαιθα δεσμεύεστε, θα δεσμευόσαστε
θα δεσμεύειθα δεσμεύουν(ε)θα δεσμεύεταιθα δεσμεύονται
Fut
ur
θα δεσμεύσωθα δεσμεύσουμε, θα δεσμεύσομεθα δεσμευτώ, θα δεσμευθώθα δεσμευτούμε, θα δεσμευθούμε
θα δεσμεύσειςθα δεσμεύσετεθα δεσμευτείς, θα δεσμευθείςθα δεσμευτείτε, θα δεσμευθείτε
θα δεσμεύσειθα δεσμεύσουν(ε)θα δεσμευτεί, θα δεσμευθείθα δεσμευτούν(ε), θα δεσμευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δεσμεύσει
θα έχω δεσμευμένο
θα έχουμε δεσμεύσει
θα έχουμε δεσμευμένο
θα έχω δεσμευτεί/δεσμευθεί
θα είμαι δεσμευμένος, -η
θα έχουμε δεσμευτεί/δεσμευθεί
θα είμαστε δεσμευμένοι, -ες
θα έχεις δεσμεύσει
θα έχεις δεσμευμένο
θα έχετε δεσμεύσει
θα έχετε δεσμευμένο
θα έχεις δεσμευτεί/δεσμευθεί
θα είσαι δεσμευμένος, -η
θα έχετε δεσμευτεί/δεσμευθεί
θα είστε δεσμευμένοι, -ες
θα έχει δεσμεύσει
θα έχει δεσμευμένο
θα έχουν δεσμεύσει
θα έχουν δεσμευμένο
θα έχει δεσμευτεί/δεσμευθεί
θα είναι δεσμευμένος, -η, -ο
θα έχουν δεσμευτεί/δεσμευθεί
θα είναι δεσμευμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δεσμεύωνα δεσμεύουμε, να δεσμεύομενα δεσμεύομαινα δεσμευόμαστε
να δεσμεύειςνα δεσμεύετενα δεσμεύεσαινα δεσμεύεστε, να δεσμευόσαστε
να δεσμεύεινα δεσμεύουν(ε)να δεσμεύεταινα δεσμεύονται
Aoristνα δεσμεύσωνα δεσμεύσουμε, να δεσμεύσομενα δεσμευτώ, να δεσμευθώνα δεσμευτούμε, να δεσμευθούμε
να δεσμεύσειςνα δεσμεύσετενα δεσμευτείς, να δεσμευθείςνα δεσμευτείτε, να δεσμευθείτε
να δεσμεύσεινα δεσμεύσουν(ε)να δεσμευτεί, να δεσμευθείνα δεσμευτούν(ε), να δεσμευθούν(ε)
Perfνα έχω δεσμεύσει
να έχω δεσμευμένο
να έχουμε δεσμεύσει
να έχουμε δεσμευμένο
να έχω δεσμευτεί/δεσμευθεί
να είμαι δεσμευμένος, -η
να έχουμε δεσμευτεί/δεσμευθεί
να είμαστε δεσμευμένοι, -ες
να έχεις δεσμεύσει
να έχεις δεσμευμένο
να έχετε δεσμεύσει
να έχετε δεσμευμένο
να έχεις δεσμευτεί/δεσμευθεί
να είσαι δεσμευμένος, -η
να έχετε δεσμευτεί/δεσμευθεί
να είστε δεσμευμένοι, -ες
να έχει δεσμεύσει
να έχει δεσμευμένο
να έχουν δεσμεύσει
να έχουν δεσμευμένο
να έχει δεσμευτεί/δεσμευθεί
να είναι δεσμευμένος, -η, -ο
να έχουν δεσμευτεί/δεσμευθεί
να είναι δεσμευμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδέσμευεδεσμεύετεδεσμεύεστε
Aoristδέσμευσεδεσμεύστε, δεσμεύσετεδεσμεύσουδεσμευτείτε, δεσμευθείτε
Part
izip
Presδεσμεύονταςδεσμευόμενος
Perfέχοντας δεσμεύσει, έχοντας δεσμευμένοδεσμευμένος, -η, -οδεσμευμένοι, -ες, -α
InfinAoristδεσμεύσειδεσμευτεί, δεσμευθεί



Person Wortform
Präsens ich binde
du bindest
er, sie, es bindet
Präteritum ich band
Konjunktiv II ich bände
Imperativ Singular binde!
Plural bindet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gebunden haben
Alle weiteren Formen: Flexion:binden


Griechische Definition zu δεσμεύω

δεσμεύω [δezmévo] -ομαι : 1. αναλαμβάνω την ηθική ή νομική υποχρέωση να κάνω ή να μην κάνω κτ.: Δε λέει ποτέ κάτι που μπορεί να τον δεσμεύσει. Aυτό δε σε δεσμεύει καθόλου, μπορείς να το κάνεις. δεσμεύω κπ. με όρκο / συμβόλαιο, τον δένω. Δε θα ήθελα να δεσμευτώ. Έχει δεσμευτεί να… Aποφεύγει να δεσμευτεί. Aισθάνομαι δεσμευμένος να κρατήσω το λόγο μου. || (μππ.) που έχει ερωτικό δεσμό με κπ. ή που έχει δώσει υπόσχεση γάμου: Είναι δεσμευμένος εδώ και τρία χρόνια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δεσμεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15