γνωρίζω  Verb  [gnorizo, rnorizo, gnwrizw]

Ähnliche Bedeutung wie γνωρίζω


Beispielsätze γνωρίζω

... Δεν γνωρίζω τίποτε περί του εναντίον. ...

... Δε γνωρίζω αυτό το κομμάτι, αλλά ξέρω καλά τον συγγραφέα. ...

... Δεν γνωρίζω σχεδόν τίποτε γι 'αυτό. ...

Quelle: glavkos, glavkos, glavkos


Beispielsätze vorstellen

... Fantasie ist etwas, das sich die meisten Leute gar nicht vorstellen können. ...

... Du hättest dich dem Mädchen vorstellen sollen. ...

... Alles, was man sich vorstellen kann, ist real. Aber die einzig wahre Frage ist: Was ist wirklich real? ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, ELPHONY

Grammatik



ΓΝΩΡΙΖΩ
I know
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γνωρίζωγνωρίζουμε, γνωρίζομεγνωρίζομαιγνωριζόμαστε
γνωρίζειςγνωρίζετεγνωρίζεσαιγνωρίζεστε, γνωριζόσαστε
γνωρίζειγνωρίζουν(ε)γνωρίζεταιγνωρίζονται
Imper
fekt
γνώριζαγνωρίζαμεγνωριζόμουν(α)γνωριζόμαστε, γνωριζόμασταν
γνώριζεςγνωρίζατεγνωριζόσουν(α)γνωριζόσαστε, γνωριζόσασταν
γνώριζεγνώριζαν, γνωρίζαν(ε)γνωριζόταν(ε)γνωρίζονταν, γνωριζόντανε, γνωριζόντουσαν
Aoristγνώρισαγνωρίσαμεγνωρίστηκαγνωριστήκαμε
γνώρισεςγνωρίσατεγνωρίστηκεςγνωριστήκατε
γνώρισεγνώρισαν, γνωρίσαν(ε)γνωρίστηκεγνωρίστηκαν, γνωριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω γνωρίσειέχουμε γνωρίσειέχω γνωριστείέχουμε γνωριστεί
έχεις γνωρίσειέχετε γνωρίσειέχεις γνωριστείέχετε γνωριστεί
έχει γνωρίσειέχουν γνωρίσειέχει γνωριστείέχουν γνωριστεί
Plu
per
fect
είχα γνωρίσειείχαμε γνωρίσειείχα γνωριστείείχαμε γνωριστεί
είχες γνωρίσειείχατε γνωρίσειείχες γνωριστείείχατε γνωριστεί
είχε γνωρίσειείχαν γνωρίσειείχε γνωριστείείχαν γνωριστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γνωρίζωθα γνωρίζουμε, θα γνωρίζομεθα γνωρίζομαιθα γνωριζόμαστε
θα γνωρίζειςθα γνωρίζετεθα γνωρίζεσαιθα γνωρίζεστε, θα γνωριζόσαστε
θα γνωρίζειθα γνωρίζουν(ε)θα γνωρίζεταιθα γνωρίζονται
Fut
ur
θα γνωρίσωθα γνωρίσουμε, θα γνωρίζομεθα γνωριστώθα γνωριστούμε
θα γνωρίσειςθα γνωρίσετεθα γνωριστείςθα γνωριστείτε
θα γνωρίσειθα γνωρίσουν(ε)θα γνωριστείθα γνωριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γνωρίσειθα έχουμε γνωρίσειθα έχω γνωριστείθα έχουμε γνωριστεί
θα έχεις γνωρίσειθα έχετε γνωρίσειθα έχεις γνωριστείθα έχετε γνωριστεί
θα έχει γνωρίσειθα έχουν γνωρίσειθα έχει γνωριστείθα έχουν γνωριστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γνωρίζωνα γνωρίζουμε, να γνωρίζομενα γνωρίζομαινα γνωριζόμαστε
να γνωρίζειςνα γνωρίζετενα γνωρίζεσαινα γνωρίζεστε, να γνωριζόσαστε
να γνωρίζεινα γνωρίζουν(ε)να γνωρίζεταινα γνωρίζονται
Aoristνα γνωρίσωνα γνωρίσουμε, να γνωρίσομενα γνωριστώνα γνωριστούμε
να γνωρίσειςνα γνωρίσετενα γνωριστείςνα γνωριστείτε
να γνωρίσεινα γνωρίσουν(ε)να γνωριστείνα γνωριστούν(ε)
Perfνα έχω γνωρίσεινα έχουμε γνωρίσεινα έχω γνωριστείνα έχουμε γνωριστεί
να έχεις γνωρίσεινα έχετε γνωρίσεινα έχεις γνωριστείνα έχετε γνωριστεί
να έχει γνωρίσεινα έχουν γνωρίσεινα έχει γνωριστείνα έχουν γνωριστεί
Imper
ativ
Presγνώριζεγνωρίζετεγνωρίζεστε
Aoristγνώρισεγνωρίστεγνωρίσουγνωριστείτε
Part
izip
Presγνωρίζονταςγνωριζόμενος
Perfέχοντας γνωρίσει
InfinAoristγνωρίσειγνωριστεί









Person Wortform
Präsens ich kenne
du kennst
er, sie, es kennt
Präteritum ich kannte
Konjunktiv II ich kennte
Imperativ Singular kenne!
kenn!
Plural kennt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekannt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:kennen


Griechische Definition zu γνωρίζω

γνωρίζω [γnorízo] -ομαι : 1. κατέχω μια γνώση συνήθ. ως αποτέλεσμα μάθησης: Γνωρίζει καλά τους νόμους. Οι υποψήφιοι πρέπει να γνωρίζουν καλά τρεις ξένες γλώσσες. …και γράμματα γνωρίζω, ακροτελεύτια φράση μαρτυρικών καταθέσεων. || έχω αντίληψη ενός πράγματος, ενός γεγονότος, μιας κατάστασης: Δε γνωρίζω τίποτε για την υπόθεση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γνωρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15