kennen
  Verb

ξέρω  Verb
(824)
γνωρίζω  Verb
(588)
DeutschGriechisch
Tom Powers, schön, dich kennen zu lernen.Τoμ Πάoυερς, χαίρoμαι πoυ σε γνωρίζω.
Die Männer, die ich kenne, und ich habe viele kennen gelernt, sind so nett, so kultiviert und aufmerksam.Οι άντρες πoυ ξέρω... κι έχω γνωρίσει δεκάδες... είναι πoλύ ευγενικoί... έχoυν τρόπoυς, σε πρoσέχoυν.
Freut mich, Sie kennen zu lernen.Ευτυχής που σας γνωρίζω.
Mir ist, als würde ich Sie kennen.Νιώθω πως σε ξέρω.
Wie soll ich Sie kennen?Και πού ξέρω εγώ ποιοι είστε;
Ich war noch nie in diesem Tal und... habe nie jemanden kennen gelernt, der von dort zurückgekehrt wäre.Δεν έχω βρεθεί ξανά σε αυτή την κοιλάδα και δεν γνωρίζω κανέναν που να επέστρεψε από εκεί.
Ich will ihn nicht kennen.-Δεν θέλω να τον ξέρω.
Es ist mir eine Ehre, Sie kennen zu lernen.Τιμή μου, Γιατρέ, που σας γνωρίζω.
Krieg das in deinen Dickschädel: Ich kenne die Mädchen nicht, und sie kennen mich nicht.Δεν χωράει στο νιονιό σου ό τι δεν τις ξέρω κι ούτε με ξέρουν;
Freut mich auf alle Fälle, Sie kennen zu lernen, Mrs. Cody.Μεγάλη μου χαρά που σας γνωρίζω, κα Κόντι!

Deutsche Synonyme zu kennen

  • wissen
  • über Kenntnisse verfügen
  • drauf haben
  • nachvollziehen
  • kennen

Ähnliche Wörter zu kennen


Grammatik




ΞΕΡΩ
I know
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξέρωξέρουμε, ξέρομε
ξέρειςξέρετε
ξέρειξέρουν(ε)
Imper
fekt
ήξεραξέραμε
ήξερεςξέρατε
ήξερεέξεραν, ξέραν(ε)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξέρωθα ξέρουμε, θα ξέρομε
θα ξέρειςθα ξέρετε
θα ξέρειθα ξέρουν(ε)
SUB
JUNC
TIVE
Präs
enz
να ξέρωνα ξέρουμε, να ξέρομε
να ξέρειςνα ξέρετε
να ξέρεινα ξέρουν(ε)
Imper
ativ
Presξέρεξέρετε
Part
izip
Presξέροντας




ΓΝΩΡΙΖΩ
I know
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γνωρίζωγνωρίζουμε, γνωρίζομεγνωρίζομαιγνωριζόμαστε
γνωρίζειςγνωρίζετεγνωρίζεσαιγνωρίζεστε, γνωριζόσαστε
γνωρίζειγνωρίζουν(ε)γνωρίζεταιγνωρίζονται
Imper
fekt
γνώριζαγνωρίζαμεγνωριζόμουν(α)γνωριζόμαστε, γνωριζόμασταν
γνώριζεςγνωρίζατεγνωριζόσουν(α)γνωριζόσαστε, γνωριζόσασταν
γνώριζεγνώριζαν, γνωρίζαν(ε)γνωριζόταν(ε)γνωρίζονταν, γνωριζόντανε, γνωριζόντουσαν
Aoristγνώρισαγνωρίσαμεγνωρίστηκαγνωριστήκαμε
γνώρισεςγνωρίσατεγνωρίστηκεςγνωριστήκατε
γνώρισεγνώρισαν, γνωρίσαν(ε)γνωρίστηκεγνωρίστηκαν, γνωριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω γνωρίσειέχουμε γνωρίσειέχω γνωριστείέχουμε γνωριστεί
έχεις γνωρίσειέχετε γνωρίσειέχεις γνωριστείέχετε γνωριστεί
έχει γνωρίσειέχουν γνωρίσειέχει γνωριστείέχουν γνωριστεί
Plu
per
fect
είχα γνωρίσειείχαμε γνωρίσειείχα γνωριστείείχαμε γνωριστεί
είχες γνωρίσειείχατε γνωρίσειείχες γνωριστείείχατε γνωριστεί
είχε γνωρίσειείχαν γνωρίσειείχε γνωριστείείχαν γνωριστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γνωρίζωθα γνωρίζουμε, θα γνωρίζομεθα γνωρίζομαιθα γνωριζόμαστε
θα γνωρίζειςθα γνωρίζετεθα γνωρίζεσαιθα γνωρίζεστε, θα γνωριζόσαστε
θα γνωρίζειθα γνωρίζουν(ε)θα γνωρίζεταιθα γνωρίζονται
Fut
ur
θα γνωρίσωθα γνωρίσουμε, θα γνωρίζομεθα γνωριστώθα γνωριστούμε
θα γνωρίσειςθα γνωρίσετεθα γνωριστείςθα γνωριστείτε
θα γνωρίσειθα γνωρίσουν(ε)θα γνωριστείθα γνωριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γνωρίσειθα έχουμε γνωρίσειθα έχω γνωριστείθα έχουμε γνωριστεί
θα έχεις γνωρίσειθα έχετε γνωρίσειθα έχεις γνωριστείθα έχετε γνωριστεί
θα έχει γνωρίσειθα έχουν γνωρίσειθα έχει γνωριστείθα έχουν γνωριστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γνωρίζωνα γνωρίζουμε, να γνωρίζομενα γνωρίζομαινα γνωριζόμαστε
να γνωρίζειςνα γνωρίζετενα γνωρίζεσαινα γνωρίζεστε, να γνωριζόσαστε
να γνωρίζεινα γνωρίζουν(ε)να γνωρίζεταινα γνωρίζονται
Aoristνα γνωρίσωνα γνωρίσουμε, να γνωρίσομενα γνωριστώνα γνωριστούμε
να γνωρίσειςνα γνωρίσετενα γνωριστείςνα γνωριστείτε
να γνωρίσεινα γνωρίσουν(ε)να γνωριστείνα γνωριστούν(ε)
Perfνα έχω γνωρίσεινα έχουμε γνωρίσεινα έχω γνωριστείνα έχουμε γνωριστεί
να έχεις γνωρίσεινα έχετε γνωρίσεινα έχεις γνωριστείνα έχετε γνωριστεί
να έχει γνωρίσεινα έχουν γνωρίσεινα έχει γνωριστείνα έχουν γνωριστεί
Imper
ativ
Presγνώριζεγνωρίζετεγνωρίζεστε
Aoristγνώρισεγνωρίστεγνωρίσουγνωριστείτε
Part
izip
Presγνωρίζονταςγνωριζόμενος
Perfέχοντας γνωρίσει
InfinAoristγνωρίσειγνωριστεί


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback