βρίσκω  Verb  [vrisko, briskw]

Ähnliche Bedeutung wie βρίσκω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu βρίσκω

βρίσκω κατάλυμα...


Beispielsätze βρίσκω

... Δε βρίσκω τίποτα το επιλήψιμο σ' αυτό. ...

... Σπάνια βρίσκω χρόνο για διάβασμα. ...

... Το βρίσκω δύσκολο να συγκεντρωθώ. ...

Quelle: enteka, mululatv, musiclover


Beispielsätze finden

... Es ist ein Wort, für das ich gerne einen Ersatz finden würde. ...

... Leider würden viele Leute Dinge glauben, die man ihnen per E-Mail sagt, die sie persönlich erzählt nicht plausibel finden würden. ...

... Hacker finden neue Mittel und Wege, um in private und öffentliche Netze einzudringen. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΒΡΙΣΚΩ
I find
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βρίσκωβρίσκουμε, βρίσκομεβρίσκομαιβρισκόμαστε
βρίσκειςβρίσκετεβρίσκεσαιβρίσκεστε, βρισκόσαστε
βρίσκειβρίσκουν(ε)βρίσκεταιβρίσκονται
Imper
fekt
έβρισκαβρίσκαμεβρισκόμουν(α)βρισκόμαστε, βρισκόμασταν
έβρισκεςβρίσκατεβρισκόσουν(α)βρισκόσαστε, βρισκόσασταν
έβρισκεέβρισκαν, βρίσκαν(ε)βρισκόταν(ε), βρίσκοντανβρίσκονταν, βρισκόντανε, βρισκόντουσαν
Aoristβρήκαβρήκαμεβρέθηκαβρεθήκαμε
βρήκεςβρήκατεβρέθηκεςβρεθήκατε
βρήκεβρήκαν(ε)βρέθηκεβρέθηκαν, βρεθήκαν(ε)
Per
fect
έχω βρειέχουμε βρειέχω βρεθείέχουμε βρεθεί
έχεις βρειέχετε βρειέχεις βρεθείέχετε βρεθεί
έχει βρειέχουν βρειέχει βρεθείέχουν βρεθεί
Plu
per
fect
είχα βρειείχαμε βρειείχα βρεθείείχαμε βρεθεί
είχες βρειείχατε βρειείχες βρεθείείχατε βρεθεί
είχε βρειείχαν βρειείχε βρεθείείχαν βρεθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βρίσκωθα βρίσκουμε, θα βρίσκομεθα βρίσκομαιθα βρισκόμαστε
θα βρίσκειςθα βρίσκετεθα βρίσκεσαιθα βρίσκεστε, θα βρισκόσαστε
θα βρίσκειθα βρίσκουν(ε)θα βρίσκεταιθα βρίσκονται
Fut
ur
θα βρω, θά βρωθα βρούμε, θά βρουμεθα βρεθώθα βρεθούμε
θα βρεις, θά βρειςθα βρείτε, θά βρετεθα βρεθείςθα βρεθείτε
θα βρει, θά βρειθα βρουν, θα βρούνε, θά βρουν(ε)θα βρεθείθα βρεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βρειθα έχουμε βρειθα έχω βρεθείθα έχουμε βρεθεί
θα έχεις βρειθα έχετε βρειθα έχεις βρεθείθα έχετε βρεθεί
θα έχει βρειθα έχουν βρειθα έχει βρεθείθα έχουν βρεθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βρίσκωνα βρίσκουμε, να βρίσκομενα βρίσκομαινα βρισκόμαστε
να βρίσκειςνα βρίσκετενα βρίσκεσαινα βρίσκεστε, να βρισκόσαστε
να βρίσκεινα βρίσκουν(ε)να βρίσκεταινα βρίσκονται
Aoristνα βρωνα βρούμενα βρεθώνα βρεθούμε
να βρειςνα βρείτενα βρεθείςνα βρεθείτε
να βρεινα βρουν, βρούνενα βρεθείνα βρεθούν(ε)
Perfνα έχω βρεινα έχουμε βρεινα έχω βρεθείνα έχουμε βρεθεί
να έχεις βρεινα έχετε βρεινα έχεις βρεθείνα έχετε βρεθεί
να έχει βρεινα έχουν βρεινα έχει βρεθείνα έχουν βρεθεί
Imper
ativ
Presβρίσκεβρίσκετεβρίσκεστε
Aoristβρεςβρείτε, βρέστεβρεθείτε
Part
izip
Presβρίσκονταςβρισκόμενος
Perfέχοντας βρει/έβρει
InfinAoristβρει/έβρειβρεθεί



Person Wortform
Präsens ich finde
du findest
er, sie, es findet
Präteritum ich fand
Konjunktiv II ich fände
Imperativ Singular finde!
Plural findet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gefunden haben
Alle weiteren Formen: Flexion:finden










Griechische Definition zu βρίσκω

βρίσκω [vrísko] -ομαι Ρ αόρ. βρήκα και (λαϊκότρ.) ήβρα, προστ. βρες, απαρέμφ. βρει, παθ. αόρ. βρέθηκα, απαρέμφ. βρεθεί : 1. ανακαλύπτω κτ. που ήταν χαμένο, εξαφανισμένο ή κπ. που χάθηκε, που εξαφανίστηκε: Bρήκε ένα πορτοφόλι και το παρέδωσε στην αστυνομία. Bρήκα τα κλειδιά που είχα χάσει. Bρέθηκε το χαμένο παιδί. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βρίσκω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15