απαλλάσσω  Verb  [apallasso, apallassw]

Ähnliche Bedeutung wie απαλλάσσω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze απαλλάσσω

... Μαρτίου - Μετά από δημόσια εκστρατεία του συγγραφέα Βολταίρου, ο Ζαν Καλάς απαλλάσσεται μετά θάνατον για τη δολοφονία του γιου του. Ο Καλάς είχε βασανιστεί και ...

... επιθυμίες του Ανδρόνικου, ανοίγοντας τον δρόμο για τον γάμο και μάλιστα απαλλάσσοντας τους δολοφόνους του νέου αυτοκράτορα Αλέξιου Β΄ Κομνηνού. Μετά την ανατροπή ...

... Στο τέλος κάθε αιώνα (52 χρόνια), οι Αζτέκοι πίστευαν ότι οι θεοί απαλλάσσονταν από τη συμφωνία τους με την ανθρωπότητα. Πραγματοποιούνταν εορτές προς ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze entbinden

... Pflicht zur Erbringung seiner Arbeitsleistung dauerhaft oder zeitweise zu entbinden. Eine Freistellung kann als bezahlte oder unbezahlte Freistellung vereinbart ...

... aufeinanderfolgenden Prozessschritten Feedstockproduktion, Spritzgießen, Entbindern Sintern,die schematisch in nebenstehender Abbildung dargestellt sind. ...

... entbindet ein Kind,“ üblich ist allenfalls der intransitive Gebrauch von entbinden im Sinne von „Mutter werden, gebären“, also etwa: „Meine Frau entbindet ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΠΑΛΛΑΣΣΩ
I exempt
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απαλλάσσωαπαλλάσσουμε, απαλλάσσομεαπαλλάσσομαιαπαλλασσόμαστε
απαλλάσσειςαπαλλάσσετεαπαλλάσσεσαιαπαλλάσσεστε, απαλλασσόσαστε
απαλλάσσειαπαλλάσσουν(ε)απαλλάσσεταιαπαλλάσσονται
Imper
fekt
απάλλασσααπαλλάσσαμεαπαλλασσόμουν(α)απαλλασσόμαστε, απαλλασσόμασταν
απάλλασσεςαπαλλάσσατεαπαλλασσόσουν(α)απαλλασσόσαστε, απαλλασσόσασταν
απάλλασσεαπάλλασσαν, απαλλάσσαν(ε)απαλλασσόταν(ε)απαλλάσσονταν, απαλλασσόντανε, απαλλασσόντουσαν
Aoristαπάλλαξααπαλλάξαμεαπαλλάχθηκα, απαλλάχτηκααπαλλαχθήκαμε, απαλλαχτήκαμε
απάλλαξεςαπαλλάξατεαπαλλάχθηκες, απαλλάχτηκεςαπαλλαχθήκατε, απαλλαχτήκατε
απάλλαξεαπάλλαξαν, απαλλάξαν(ε)απαλλάχθηκε, απαλλάχτηκεαπαλλάχθηκαν, απαλλαχθήκαν(ε)
απαλλάχτηκαν, απαλλαχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω απαλλάξει
έχω απαλλαγμένο
έχουμε απαλλάξει
έχουμε απαλλαγμένο
έχω απαλλαχθεί
έχω απαλλαχτεί
έχω απαλλαγεί
είμαι απαλλαγμένος, -η
έχουμε απαλλαχθεί
έχουμε απαλλαχτεί
έχουμε απαλλαγεί
είμαστε απαλλαγμένοι, -ες
έχεις απαλλάξει
έχεις απαλλαγμένο
έχετε απαλλάξει
έχετε απαλλαγμένο
έχεις απαλλαχθεί
έχεις απαλλαχτεί
έχεις απαλλαγεί
είσαι απαλλαγμένος, -η
έχετε απαλλαχθεί
έχετε απαλλαχτεί
έχετε απαλλαγεί
είστε απαλλαγμένοι, -ες
έχει απαλλάξει
έχει απαλλαγμένο
έχουν απαλλάξει
έχουν απαλλαγμένο
έχει απαλλαχθεί
έχει απαλλαχτεί
έχει απαλλαγεί
είναι απαλλαγμένος, -η, -ο
έχουν απαλλαχθεί
έχουν απαλλαχτεί
έχουν απαλλαγεί
είναι απαλλαγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα απαλλάξει
είχα απαλλαγμένο
είχαμε απαλλάξει
είχαμε απαλλαγμένο
είχα απαλλαχθεί
είχα απαλλαχτεί
είχα απαλλαγεί
ήμουν απαλλαγμένος, -η
είχαμε απαλλαχθεί
είχαμε απαλλαχτεί
είχαμε απαλλαγεί
ήμαστε απαλλαγμένοι, -ες
είχες απαλλάξει
είχες απαλλαγμένο
είχατε απαλλάξει
είχατε απαλλαγμένο
είχες απαλλαχθεί
είχες απαλλαχτεί
είχες απαλλαγεί
ήσουν απαλλαγμένος, -η
είχατε απαλλαχθεί
είχατε απαλλαχτεί
είχατε απαλλαγεί
ήσαστε απαλλαγμένοι, -ες
είχε απαλλάξει
είχε απαλλαγμένο
είχαν απαλλάξει
είχαν απαλλαγμένο
είχε απαλλαχθεί
είχε απαλλατεί
είχε απαλλαγεί
ήταν απαλλαγμένος, -η, -ο
είχαν απαλλαχθεί
είχαν απαλλαχτεί
είχαν απαλλαγεί
ήταν απαλλαγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απαλλάσσωθα απαλλάσσουμε, θα απαλλάσσομεθα απαλλάσσομαιθα απαλλασσόμαστε
θα απαλλάσσειςθα απαλλάσσετεθα απαλλάσσεσαιθα απαλλάσσεστε, θα απαλλασσόσαστε
θα απαλλάσσειθα απαλλάσσουν(ε)θα απαλλάσσεταιθα απαλλάσσονται
Fut
ur
θα απαλλάξωθα απαλλάξουμε, θα απαλλάξομεθα απαλλαχθώ
θα απαλλαχτώ
θα απαλλαγώ
θα απαλλαχθούμε
θα απαλλαχτούμε
θα απαλλαγούμε
θα απαλλάξειςθα απαλλάξετεθα απαλλαχθείς
θα απαλλαχτείς
θα απαλλαγείς
θα απαλλαχθείτε
θα απαλλαχτείτε
θα απαλλαγείτε
θα απαλλάξειθα απαλλάξουν(ε)θα απαλλαχθεί
θα απαλλαχτεί
θα απαλλαγεί
θα απαλλαχθούν(ε)
θα απαλλαχτούν(ε)
θα απαλλαγούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απαλλάξει
θα έχω απαλλαγμένο
θα έχουμε απαλλάξει
θα έχουμε απαλλαγμένο
θα έχω απαλλαχθεί
θα έχω απαλλαχτεί
θα έχω απαλλαγεί
θα είμαι απαλλαγμένος, -η
θα έχουμε απαλλαχθεί
θα έχουμε απαλλαχτεί
θα έχουμε απαλλαγεί
θα είμαστε απαλλαγμένοι, -ες
θα έχεις απαλλάξει
θα έχεις απαλλαγμένο
θα έχετε απαλλάξει
θα έχετε απαλλαγμένο
θα έχεις απαλλαχθεί
θα έχεις απαλλαχτεί
θα έχεις απαλλαγεί
θα είσαι απαλλαγμένος, -η
θα έχετε απαλλαχθεί
θα έχετε απαλλαχτεί
θα έχετε απαλλαγεί
θα είστε απαλλαγμένοι, -ες
θα έχει απαλλάξει
θα έχει απαλλαγμένο
θα έχουν απαλλάξει
θα έχουν απαλλαγμένο
θα έχει απαλλαχθεί
θα έχει απαλλαχτεί
θα έχει απαλλαγεί
θα είναι απαλλαγμένος, -η, -ο
θα έχουν απαλλαχθεί
θα έχουν απαλλαχτεί
θα έχουν απαλλαγεί
θα είναι απαλλαγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απαλλάσσωνα απαλλάσσουμε, να απαλλάσσομενα απαλλάσσομαινα απαλλασσόμαστε
να απαλλάσσειςνα απαλλάσσετενα απαλλάσσεσαινα απαλλάσσεστε, να απαλλασσόσαστε
να απαλλάσσεινα απαλλάσσουν(ε)να απαλλάσσεταινα απαλλάσσονται
Aoristνα απαλλάξωνα απαλλάξουμε, να απαλλάξομενα απαλλαχθώ
να απαλλαχτώ
να απαλλαγώ
να απαλλαχθούμε
να απαλλαχτούμε
να απαλλαγούμε
να απαλλάξειςνα απαλλάξετενα απαλλαχθείς
να απαλλαχτείς
να απαλλαγείς
να απαλλαχθείτε
να απαλλαχτείτε
να απαλλαγείτε
να απαλλάξεινα απαλλάξουν(ε)να απαλλαχθεί
να απαλλαχτεί
να απαλλαγεί
να απαλλαχθούν(ε)
να απαλλαχτούν(ε)
να απαλλαγούν(ε)
Perfνα έχω απαλλάξει
να έχω απαλλαγμένο
να έχουμε απαλλάξει
να έχουμε απαλλαγμένο
να έχω απαλλαχθεί
να έχω απαλλαχτεί
να έχω απαλλαγεί
να είμαι απαλλαγμένος, -η
να έχουμε απαλλαχθεί
να έχουμε απαλλαχτεί
να έχουμε απαλλαγεί
να είμαστε απαλλαγμένοι, -ες
να έχεις απαλλάξει
να έχεις απαλλαγμένο
να έχετε απαλλάξει
να έχετε απαλλαγμένο
να έχεις απαλλαχθεί
να έχεις απαλλαχτεί
να έχεις απαλλαγεί
να είσαι απαλλαγμένος, -η
να έχετε απαλλαχθεί
να έχετε απαλλαχτεί
να έχετε απαλλαγεί
να είστε απαλλαγμένοι, -ες
να έχει απαλλάξει
να έχει απαλλαγμένο
να έχουν απαλλάξει
να έχουν απαλλαγμένο
να έχει απαλλαχθεί
να έχει απαλλαχτεί
να έχει απαλλαγεί
να είναι απαλλαγμένος, -η, -ο
να έχουν απαλλαχθεί
να έχουν απαλλαχτεί
να έχουν απαλλαγεί
να είναι απαλλαγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπάλλασσεαπαλλάσσετεαπαλλάσσεστε
Aoristαπάλλαξεαπαλλάξτε, απαλλάξετεαπαλλάξουαπαλλαχθείτε, απαλλαχτείτε, απαλλαγείτε
Part
izip
Presαπαλλάσσονταςαπαλλασσόμενος
Perfέχοντας απαλλάξει, έχοντας απαλλαγμένοαπαλλαγμένος, -η, -οαπαλλαγμένοι, -ες, -α
InfinAoristαπαλλάξειαπαλλαχθεί, απαλλαχτεί












Griechische Definition zu απαλλάσσω

απαλλάσσω [apaláso] -ομαι αόρ. (λόγ.) και απήλλαξα, παθ. αόρ. γ' πρόσ. (λόγ.) και απηλλάγη, απηλλάγησαν, απαρέμφ. και απαλλαγεί : 1.απομακρύνω από κπ. κτ. δυσάρεστο ή ενοχλητικό, τον γλιτώνω: Πρέπει να απαλλαγούμε από τα ποντίκια. Aπάλλαξέ με από τον κόπο να πάω ως εκεί. Ο θάνατος τον απάλλαξε από τα βάσανα. || Ήθελε ν΄ απαλλαγεί απ΄ αυτόν με κάθε τρόπο. Mπορείς να με απαλλάξεις από την παρουσία της; || Δεν είναι απαλλαγμένος από προλήψεις. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απαλλάσσω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15