αναφέρω  Verb  [anafero, anaferw]

Ähnliche Bedeutung wie αναφέρω


Beispielsätze αναφέρω

... βόρεια με τους Παίονες και στα ανατολικά με τους Θράκες. Ο πρώτος που αναφέρεται στους Μακεδόνες για πρώτη φορά ήταν ο Ησίοδος. Ο σπουδαιότερος ηγέτης ...

... τελευταίοι δώδεκα αναφέρονται στον ίδιο τον ποιητή. Κεντρικό θέμα του είναι ο έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους, τον Ερωτόκριτο, που στο έργο αναφέρεται μόνο ως Ρωτόκριτος ...

... διαμέσου του Περικλή, την πολιτική του αθηναϊκού κράτους. Στο όνομά της αναφέρονται στα έργα τους οι Πλάτων, Αριστοφάνης, Ξενοφών και άλλοι συγγραφείς της ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze berichten

... Nachrichtenagenturen berichten über Kämpfe im Regierungsviertel von Damaskus. ...

... Passen Sie gut auf das Kind auf, bis seine Eltern zurückkommen! Und berichten Sie ihnen alles! ...

... Um 17 Uhr berichten wir wieder über das Fußballspiel. ...

Quelle: al_ex_an_der, al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΑΝΑΦΕΡΩ
I mention
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναφέρωαναφέρουμε, αναφέρομεαναφέρομαιαναφερόμαστε
αναφέρειςαναφέρετεαναφέρεσαιαναφέρεστε, αναφερόσαστε
αναφέρειαναφέρουν(ε)αναφέρεταιαναφέρονται
Imper
fekt
ανέφερα, ανάφερααναφέραμεαναφερόμουν(α)αναφερόμαστε, αναφερόμασταν
ανέφερες, ανάφερεςαναφέρατεαναφερόσουν(α)αναφερόσαστε, αναφερόσασταν
ανέφερε, ανάφερεανέφεραν, ανάφεραν, αναφέραν(ε)αναφερόταν(ε)αναφέρονταν, αναφερόντανε, αναφερόντουσαν
Aoristανέφερα, ανάφερααναφέραμεαναφέρθηκααναφερθήκαμε
ανέφερες, ανάφερεςαναφέρατεαναφέρθηκεςαναφερθήκατε
ανέφερε, ανάφερεανέφεραν, ανάφεραν, αναφέραν(ε)αναφέρθηκεαναφέρθηκαν, αναφερθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αναφέρειέχουμε αναφέρειέχω αναφερθείέχουμε αναφερθεί
έχεις αναφέρειέχετε αναφέρειέχεις αναφερθείέχετε αναφερθεί
έχει αναφέρειέχουν αναφέρειέχει αναφερθείέχουν αναφερθεί
Plu
per
fect
είχα αναφέρειείχαμε αναφέρειείχα αναφερθείείχαμε αναφερθεί
είχες αναφέρειείχατε αναφέρειείχες αναφερθείείχατε αναφερθεί
είχε αναφέρειείχαν αναφέρειείχε αναφερθείείχαν αναφερθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναφέρωθα αναφέρουμε, θα αναφέρομεθα αναφέρομαιθα αναφερόμαστε
θα αναφέρειςθα αναφέρετεθα αναφέρεσαιθα αναφέρεστε, θα αναφερόσαστε
θα αναφέρειθα αναφέρουν(ε)θα αναφέρεταιθα αναφέρονται
Fut
ur
θα αναφέρωθα αναφέρουμε, θα αναφέρομεθα αναφερθώθα αναφερθούμε
θα αναφέρειςθα αναφέρετεθα αναφερθείςθα αναφερθείτε
θα αναφέρειθα αναφέρουν(ε)θα αναφερθείθα αναφερθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναφέρειθα έχουμε αναφέρειθα έχω αναφερθείθα έχουμε αναφερθεί
θα έχεις αναφέρειθα έχετε αναφέρειθα έχεις αναφερθείθα έχετε αναφερθεί
θα έχει αναφέρειθα έχουν αναφέρειθα έχει αναφερθείθα έχουν αναφερθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναφέρωνα αναφέρουμε, να αναφέρομενα αναφέρομαινα αναφερόμαστε
να αναφέρειςνα αναφέρετενα αναφέρεσαινα αναφέρεστε, να αναφερόσαστε
να αναφέρεινα αναφέρουν(ε)να αναφέρεταινα αναφέρονται
Aoristνα αναφέρωνα αναφέρουμε, να αναφέρομενα αναφερθώνα αναφερθούμε
να αναφέρειςνα αναφέρετενα αναφερθείςνα αναφερθείτε
να αναφέρεινα αναφέρουν(ε)να αναφερθείνα αναφερθούν(ε)
Perfνα έχω αναφέρεινα έχουμε αναφέρεινα έχω αναφερθείνα έχουμε αναφερθεί
να έχεις αναφέρεινα έχετε αναφέρεινα έχεις αναφερθείνα έχετε αναφερθεί
να έχει αναφέρεινα έχουν αναφέρεινα έχει αναφερθείνα έχουν αναφερθεί
Imper
ativ
Presαναφέρεαναφέρετεαναφέρεστε
Aoristανάφερεαναφέρετε, αναφέρτεαναφέρουαναφερθείτε
Part
izip
Presαναφέροντας
Perfέχοντας αναφέρει
InfinAoristαναφέρειαναφερθεί














Griechische Definition zu αναφέρω

αναφέρω [anaféro] -ομαι Ρ αόρ. ανέφερα και ανάφερα, απαρέμφ. αναφέρει, παθ. αόρ. αναφέρθηκα, απαρέμφ. αναφερθεί : 1α.κάνω λόγο για κπ. ή για κτ.: Mην αναφέρεις το όνομα του Θεού για ασήμαντα πράγματα. Δεν αναφέρθηκε ούτε μία φορά το όνομά σου στη συνέλευση. Ο υπουργός αναφέρθηκε στο θέμα των νέων φόρων. Bιβλίο που αναφέρεται στη μόλυνση του περιβάλλοντος. Ο συγγραφέας αναφέρεται στη μάστιγα των ναρκωτικών. || υπονοώ, εννοώ κπ. ή κτ.: Δεν αναφερόμουν σ΄ εσένα, όταν μιλούσα για κλέφτες. β. περιγράφω κτ. συνήθ. σύντομα: Θα σου αναφέρω ένα γεγονός / ένα περιστατικό. γ. ανακοινώνω, γνωστοποιώ κτ.: Πες τα όλα χωρίς να αναφέρεις ονόματα. Δεν αναφέρθηκε ούτε ένα τροχαίο ατύχημα. || ανακοινώνω κτ. με επίσημη αναφορά σε ανώτερο: Εγώ οφείλω να αναφέρω το περιστατικό στο υπουργείο. Έχω / λαμβάνω την τιμή να αναφέρω ότι… Aναφέρετέ μου κάθε ύποπτη κίνηση. || Aναφέρομαι σε κπ., κάνω αναφορά: Θα αναφερθώ στο διευθυντή / στο διοικητή / στον υπουργό. || (στρατ.) λέω τα στοιχεία μου σε ανώτερο με επίσημο τρόπο: Ο στρατιώτης αναφέρεται σε στάση προσοχής. δ. καταγγέλλω κπ. για αξιόποινη ή όχι σωστή πράξη: Θα σε αναφέρω στο γυμνασιάρχη / διοικητή σου γι΄ αυτό που έκανες. || (στρατ.): Mε ανέφερε, γιατί άργησα να επιστρέψω από την έξοδό μου. ε. υπολογίζω κπ. ή κτ., θεωρώ ότι ανήκει σε ορισμένο σύνολο: Είμαστε δέκα, χωρίς να αναφέρουμε τα παιδιά. Aυτό δεν αναφέρεται στα καθήκοντά μου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναφέρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15