ανέχομαι  Verb  [anechome, anexomai]

Ähnliche Bedeutung wie ανέχομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ανέχομαι

... Δεν ανέχομαι την ανικανότητα. ...

Quelle: musiclover


Beispielsätze vertragen

... Meine Katze und mein Hund vertragen sich gut. ...

... Denselben Wein vertragen einige besser, andere werden betrunken. ...

... Chinesen vertragen keinen Käse. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik


ΑΝΕΧΟΜΑΙ
I tolerate
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανέχομαιανεχόμαστε
ανέχεσαιανέχεστε, ανεχόσαστε
ανέχεταιανέχονται
Imper
fekt
ανεχόμουν(α)ανεχόμαστε, ανεχόμασταν
ανεχόσουν(α)ανεχόσαστε, ανεχόσασταν
ανεχόταν(ε)ανέχονταν, ανεχόντανε, ανεχόντουσαν
Aoristανέχθηκα, ανέχτηκαανεχθήκαμε, ανεχτήκαμε
ανέχθηκες, ανέχτηκεςανεχθήκατε, ανεχτήκατε
ανέχθηκε, ανέχτηκεανέχθηκαν/ανέχτηκαν, ανεχθήκαν(ε)/ανεχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω ανεχθεί
έχω ανεχτεί
έχουμε ανεχθεί
έχουμε ανεχτεί
έχεις ανεχθεί
έχεις ανεχτεί
έχετε ανεχθεί
έχετε ανεχτεί
έχει ανεχθεί
έχει ανεχτεί
έχουν ανεχθεί
έχουν ανεχτεί
Plu
per
fect
είχα ανεχθεί
είχα ανεχτεί
είχαμε ανεχθεί
είχαμε ανεχτεί
είχες ανεχθεί
είχες ανεχτεί
είχατε ανεχθεί
είχατε ανεχτεί
είχε ανεχθεί
είχε ανεχτεί
είχαν ανεχθεί
είχαν ανεχτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανέχομαιθα ανεχόμαστε
θα ανέχεσαιθα ανέχεστε, θα ανεχόσαστε
θα ανέχεταιθα ανέχονται
Fut
ur
θα ανεχθώ, θα ανεχτώθα ανεχθούμε, θα ανεχτούμε
θα ανεχθείς, θα ανεχτείςθα ανεχθείτε, θα ανεχτείτε
θα ανεχθεί, θα ανεχτείθα ανεχθούν(ε), θα ανεχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανεχθεί
θα έχω ανεχτεί
θα έχουμε ανεχθεί
θα έχουμε ανεχτεί
θα έχεις ανεχθεί
θα έχεις ανεχτεί
θα έχετε ανεχθεί
θα έχετε ανεχτεί
θα έχει ανεχθεί
θα έχει ανεχτεί
θα έχουν ανεχθεί
θα έχουν ανεχτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανέχομαινα ανεχόμαστε
να ανέχεσαινα ανέχεστε, να ανεχόσαστε
να ανέχεταινα ανέχονται
Aoristνα ανεχθώ, να ανεχτώνα ανεχθούμε, να ανεχτούμε
να ανεχθείς, να ανεχτείςνα ανεχθείτε, να ανεχτείτε
να ανεχθεί, να ανεχτείνα ανεχθούν(ε), να ανεχτούν(ε)
Perfνα έχω ανεχθεί
να έχω ανεχτεί
να έχουμε ανεχθεί
να έχουμε ανεχτεί
να έχεις ανεχθεί
να έχεις ανεχτεί
να έχετε ανεχθεί
να έχετε ανεχτεί
να έχει ανεχθεί
να έχει ανεχτεί
να έχουν ανεχθεί
να έχουν ανεχτεί
Imper
ativ
Presανέχεστε
Aoristανέξουανεχθείτε, ανεχτείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristανεχθεί, ανεχτεί





Person Wortform
Präsens ich ertrage
du erträgst
er, sie, es erträgt
Präteritum ich ertrug
Konjunktiv II ich ertrüge
Imperativ Singular ertrag!
ertrage!
Plural ertragt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
ertragen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:ertragen










Griechische Definition zu ανέχομαι

ανέχομαι [anéxome] Ρ αόρ. ανέχτηκα, απαρέμφ. ανεχτεί : 1.δεν αντιδρώ σε κπ. ή σε κτ. που μου προκαλεί ενόχληση, δυσφορία ή αγανάκτηση· υπομένω, αντέχω: Aπορώ πώς τον ανέχτηκες και δεν τον έδιωξες. Δεν ανέχεται να την προσβάλλουν. Ο ελληνικός λαός δεν ανέχεται την καταπάτηση της ελευθερίας του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ανέχομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15