ακολουθώ  Verb  [akolutho, akoloythw]

Ähnliche Bedeutung wie ακολουθώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu ακολουθώ

ακολούθως


Beispielsätze ακολουθώ

... H κύρια ακολουθία είναι μία συνεχής και διακριτή λωρίδα αστέρων που εμφανίζεται στο διάγραμμα αστρικού χρώματος και λαμπρότητας. Αυτά τα διαγράμματα είναι ...

... το 1202, με τίτλο Liber Abaci, εισήγαγε την ακολουθία στα Μαθηματικά της Δυτικής Ευρώπης, αν και η ακολουθία είχε περιγραφεί πιο πριν από τους Ινδούς. (Κατά ...

... ανακάλυψης των πλανητών του Ηλιακού συστήματος και των δορυφόρων τους που ακολουθεί δείχνει την πρόοδο των ανακαλύψεων νέων ουράνιων σωμάτων κατά την διάρκεια ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze jdm/einer Sache folgen

... den folgenden Verben üblich: achten, begehren, benötigen, jdm. danken (noch geläufig: jdm. der Nachfrage danken), genießen, lachen, pflegen (noch geläufig: ...

... Vehicle Group Co., Ltd. Modell Jummer GW12-A06L38-01 Simpa Modell Simpa JDM MaxVt All-Electric Stimbo Elektrofahrzeuge Stimbo Elektrofahrzeuge ist ein ...

...  Oktober 1944 in einem Pariser Krankenhaus – ob an den Folgen einer Urämie oder an den Folgen von Misshandlungen während der Haft im Gefängnis Fresnes ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΚΟΛΟΥΘΩ
I follow
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ακολουθάω, ../akoloutho/index">ακολουθώακολουθάμε, ακολουθούμεακολουθιέμαιακολουθιόμαστε
ακολουθάςακολουθάτεακολουθιέσαιακολουθιέστε, ακολουθιόσαστε
ακολουθάει, ακολουθάακολουθάν(ε), ακολουθούν(ε)ακολουθιέταιακολουθιούνται, ακολουθιόνται
Imper
fekt
ακολουθούσα, ακολούθαγαακολουθούσαμε, ακολουθάγαμεακολουθιόμουν(α)ακολουθιόμαστε, ακολουθιόμασταν
ακολουθούσες, ακολούθαγεςακολουθούσατε, ακολουθάγατεακολουθιόσουν(α)ακολουθιόσαστε, ακολουθιόσασταν
ακολουθούσε, ακολούθαγεακολουθούσαν(ε), ακολούθαγαν, ακολουθάγανεακολουθιόταν(ε)ακολουθιόνταν(ε), ακολουθιούνταν, ακολουθιόντουσαν
Aoristακολούθησαακολουθήσαμεακολουθήθηκαακολουθηθήκαμε
ακολούθησεςακολουθήσατεακολουθήθηκεςακολουθηθήκατε
ακολούθησεακολούθησαν, ακολουθήσαν(ε)ακολουθήθηκεακολουθήθηκαν, ακολουθηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω ακολουθήσειέχουμε ακολουθήσειέχω ακολουθηθείέχουμε ακολουθηθεί
έχεις ακολουθήσειέχετε ακολουθήσειέχεις ακολουθηθείέχετε ακολουθηθεί
έχει ακολουθήσειέχουν ακολουθήσειέχει ακολουθηθείέχουν ακολουθηθεί
Plu
perf
ekt
είχα ακολουθήσειείχαμε ακολουθήσειείχα ακολουθηθείείχαμε ακολουθηθεί
είχες ακολουθήσειείχατε ακολουθήσειείχες ακολουθηθείείχατε ακολουθηθεί
είχε ακολουθήσειείχαν ακολουθήσειείχε ακολουθηθείείχαν ακολουθηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ακολουθάω, θα ακολουθώθα ακολουθάμε, θα ακολουθούμεθα ακολουθιέμαιθα ακολουθιόμαστε
θα ακολουθάςθα ακολουθάτεθα ακολουθιέσαιθα ακολουθιέστε, θα ακολουθιόσαστε
θα ακολουθάει, θα ακολουθάθα ακολουθάν(ε), θα ακολουθούν(ε)θα ακολουθιέταιθα ακολουθιούνται, θα ακολουθιόνται
Fut
ur
θα ακολουθήσωθα ακολουθήσουμε, θα ακολουθήσομεθα ακολουθηθώθα ακολουθηθούμε
θα ακολουθήσειςθα ακολουθήσετεθα ακολουθηθείςθα ακολουθηθείτε
θα ακολουθήσειθα ακολουθήσουν(ε)θα ακολουθηθείθα ακολουθηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ακολουθήσειθα έχουμε ακολουθήσειθα έχω ακολουθηθείθα έχουμε ακολουθηθεί
θα έχεις ακολουθήσειθα έχετε ακολουθήσειθα έχεις ακολουθηθείθα έχετε ακολουθηθεί
θα έχει ακολουθήσειθα έχουν ακολουθήσειθα έχει ακολουθηθείθα έχουν ακολουθηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ακολουθάω, να ακολουθώνα ακολουθάμε, να ακολουθούμενα ακολουθιέμαινα ακολουθιόμαστε
να ακολουθάςνα ακολουθάτενα ακολουθιέσαινα ακολουθιέστε, να ακολουθιόσαστε
να ακολουθάει, να ακολουθάνα ακολουθάν(ε), να ακολουθούν(ε)να ακολουθιέταινα ακολουθιούνται, να ακολουθιόνται
Aoristνα ακολουθήσωνα ακολουθήσουμε, να ακολουθήσομενα ακολουθηθώνα ακολουθηθούμε
να ακολουθήσειςνα ακολουθήσετενα ακολουθηθείςνα ακολουθηθείτε
να ακολουθήσεινα ακολουθήσουν(ε)να ακολουθηθείνα ακολουθηθούν(ε)
Perfνα έχω ακολουθήσεινα έχουμε ακολουθήσεινα έχω ακολουθηθείνα έχουμε ακολουθηθεί
να έχεις ακολουθήσεινα έχετε ακολουθήσεινα έχεις ακολουθηθείνα έχετε ακολουθηθεί
να έχει ακολουθήσεινα έχουν ακολουθήσεινα έχει ακολουθηθείνα έχουν ακολουθηθεί
Imper
ativ
Presακόλουθα, ακολούθαγεακολουθάτεακολουθιέστε
Aoristακολούθησε, ακολούθαακολουθήστεακολουθήσουακολουθηθείτε
Part
izip
Presακολουθώντας
Perfέχοντας ακολουθήσει
InfinAoristακολουθήσειακολουθηθεί



Person Wortform
Präsens ich
du
es erfolgt
Präteritum es erfolgte
Konjunktiv II es erfolgte
Imperativ Singular
Plural
Perfekt Partizip II Hilfsverb
erfolgt sein
Alle weiteren Formen: Flexion:erfolgen










Griechische Definition zu ακολουθώ

ακολουθώ [akoluθó] -ούμαι : 1α.για κπ. ή για κτ. που πηγαίνει ή κινείται πίσω από κπ. ή από κτ. άλλο: Kάποιος άγνωστος / ένα αυτοκίνητο μας ακολουθούσε. Πολύς κόσμος ακολούθησε τον Επιτάφιο. Οι επισκέπτες ακολουθούσαν την ξεναγό στην περιήγηση του αρχαιολογικού χώρου. Ο σκύλος ακολουθεί τον αφέντη του. (έκφρ.) ακολουθώ κπ. με το βλέμμα μου, κατευθύνω το βλέμμα μου εκεί όπου κινείται κάποιος. ακολουθώ κπ. κατά βήμα* / πόδας*. || (μτφ.): Οι τύψεις τον ακολουθούσαν σε όλη τη ζωή του. β. πηγαίνω κάπου ύστερα από κπ. άλλο, με σχετικά μικρή χρονική διαφορά: Πρώτα έφυγε εκείνος και σε λίγες μέρες ακολούθησε η οικογένειά του. Πήγαινε εσύ κι εγώ θα ακολουθήσω. γ. συνοδεύω κπ.: H γυναίκα του τον ακολουθεί σε όλα τα ταξίδια του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ακολουθώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15