άμα   [ama]

(0)
(0)
(0)
(0)

Etymologie zu άμα

άμα altgriechisch ἅμα (ταυτόχρονα, συγχρόνως)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.


Grammatik

Noch keine Grammatik zu άμα.



Griechische Definition zu άμα

άμα [áma] σύνδ. : I1.χρονικός· εισάγει δευτερεύουσες χρονικές προτάσεις και προσδιορίζει πράξη σχεδόν σύγχρονη με αυτήν που εκφράζει η κύρια πρόταση· μόλις, όταν: άμα τελειώσει τα μαθήματά του, θα βγει να παίξει. άμα περάσουν τρεις μήνες, θα μπορεί να περπατήσει. άμα πεις το όνομά του, θα σε δεχτούν αμέσως. || με την έννοια της επανάληψης· κάθε φορά που: Tην έπιανε το παράπονο, άμα θυμόταν το τι είχε περάσει. || αόριστα και γενικά· αν: Θα σου το στείλω, άμα τυχόν το βρω. άμα το θυμηθείς, τηλεφώνησέ τους. || για να εκφράσουμε την αδιαφορία και αμέλεια κάποιου: άμα το θυμηθεί, να μας γράψεις! [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback