spannen
 (ugs.)  Verb

τεντώνω Verb
(0)
τείνω Verb
(0)
τσιτώνω Verb
(0)
τανύζω Verb
(0)
τεζάρω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Ich will ihre Ungeduld auch nicht länger auf die Folter spannen!Δεν θα δοκιμάσω άλλο την υπομονή σας.

Übersetzung nicht bestätigt

Buline spannen.Τεντωστε το σχοινι της πλωρης.

Übersetzung nicht bestätigt

Fall spannen!Σηκωστε και τεντωστε το μανταρι!

Übersetzung nicht bestätigt

Aber ich will Sie nicht länger auf die Folter spannen.Πολύ καλά. Λοιπόν, δεν θέλω να σας κρατάω άλλο σε αγωνία.

Übersetzung nicht bestätigt

Was heißt, "den Wagen vor die Ochsen spannen"?Τι σημαίνει, "το κάρο μπροστά από το άλογο";

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τεντώνωτεντώνουμε, τεντώνομετεντώνομαιτεντωνόμαστε
τεντώνειςτεντώνετετεντώνεσαιτεντώνεστε, τεντωνόσαστε
τεντώνειτεντώνουν(ε)τεντώνεταιτεντώνονται
Imper
fekt
τέντωνατεντώναμετεντωνόμουν(α)τεντωνόμαστε, τεντωνόμασταν
τέντωνεςτεντώνατετεντωνόσουν(α)τεντωνόσαστε, τεντωνόσασταν
τέντωνετέντωναν, τεντώναν(ε)τεντωνόταν(ε)τεντώνονταν, τεντωνόντανε, τεντωνόντουσαν
Aoristτέντωσατεντώσαμετεντώθηκατεντωθήκαμε
τέντωσεςτεντώσατετεντώθηκεςτεντωθήκατε
τέντωσετέντωσαν, τεντώσαν(ε)τεντώθηκετεντώθηκαν, τεντωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω τεντώσει
έχω τεντωμένο
έχουμε τεντώσει
έχουμε τεντωμένο
έχω τεντωθεί
είμαι τεντωμένος, -η
έχουμε τεντωθεί
είμαστε τεντωμένοι, -ες
έχεις τεντώσει
έχεις τεντωμένο
έχετε τεντώσει
έχετε τεντωμένο
έχεις τεντωθεί
είσαι τεντωμένος, -η
έχετε τεντωθεί
είστε τεντωμένοι, -ες
έχει τεντώσει
έχει τεντωμένο
έχουν τεντώσει
έχουν τεντωμένο
έχει τεντωθεί
είναι τεντωμένος, -η, -ο
έχουν τεντωθεί
είναι τεντωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα τεντώσει
είχα τεντωμένο
είχαμε τεντώσει
είχαμε τεντωμένο
είχα τεντωθεί
ήμουν τεντωμένος, -η
είχαμε τεντωθεί
ήμαστε τεντωμένοι, -ες
είχες τεντώσει
είχες τεντωμένο
είχατε τεντώσει
είχατε τεντωμένο
είχες τεντωθεί
ήσουν τεντωμένος, -η
είχατε τεντωθεί
ήσαστε τεντωμένοι, -ες
είχε τεντώσει
είχε τεντωμένο
είχαν τεντώσει
είχαν τεντωμένο
είχε τεντωθεί
ήταν τεντωμένος, -η, -ο
είχαν τεντωθεί
ήταν τεντωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τεντώνωθα τεντώνουμε, θα τεντώνομεθα τεντώνομαιθα τεντωνόμαστε
θα τεντώνειςθα τεντώνετεθα τεντώνεσαιθα τεντώνεστε, θα τεντωνόσαστε
θα τεντώνειθα τεντώνουν(ε)θα τεντώνεταιθα τεντώνονται
Fut
ur
θα τεντώσωθα τεντώσουμε, θα τεντώσομεθα τεντωθώθα τεντωθούμε
θα τεντώσειςθα τεντώσετεθα τεντωθείςθα τεντωθείτε
θα τεντώσειθα τεντώσουνθα τεντωθείθα τεντωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τεντώσει
θα έχω τεντωμένο
θα έχουμε τεντώσει
θα έχουμε τεντωμένο
θα έχω τεντωθεί
θα είμαι τεντωμένος, -η
θα έχουμε τεντωθεί
θα είμαστε τεντωμένοι, -ες
θα έχεις τεντώσει
θα έχεις τεντωμένο
θα έχετε τεντώσει
θα έχετε τεντωμένο
θα έχεις τεντωθεί
θα είσαι τεντωμένος, -η
θα έχετε τεντωθεί
θα είστε τεντωμένοι, -ες
θα έχει τεντώσει
θα έχει τεντωμένο
θα έχουν τεντώσει
θα έχουν τεντωμένο
θα έχει τεντωθεί
θα είναι τεντωμένος, -η, -ο
θα έχουν τεντωθεί
θα είναι τεντωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τεντώνωνα τεντώνουμε, να τεντώνομενα τεντώνομαινα τεντωνόμαστε
να τεντώνειςνα τεντώνετενα τεντώνεσαινα τεντώνεστε, να τεντωνόσαστε
να τεντώνεινα τεντώνουν(ε)να τεντώνεταινα τεντώνονται
Aoristνα τεντώσωνα τεντώσουμε, να τεντώσομενα τεντωθώνα τεντωθούμε
να τεντώσειςνα τεντώσετενα τεντωθείςνα τεντωθείτε
να τεντώσεινα τεντώσουν(ε)να τεντωθείνα τεντωθούν(ε)
Perfνα έχω τεντώσει
να έχω τεντωμένο
να έχουμε τεντώσει
να έχουμε τεντωμένο
να έχω τεντωθεί
να είμαι τεντωμένος, -η
να έχουμε τεντωθεί
να είμαστε τεντωμένοι, -ες
να έχεις τεντώσει
να έχεις τεντωμένο
να έχετε τεντώσει
να έχετε τεντωμένο
να έχεις τεντωθεί
να είσαι τεντωμένος, -η
να έχετε τεντωθεί
να είστε τεντωμένοι, -ες
να έχει τεντώσει
να έχει τεντωμένο
να έχουν τεντώσει
να έχουν τεντωμένο
να έχει τεντωθεί
να είναι τεντωμένος, -η, -ο
να έχουν τεντωθεί
να είναι τεντωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτέντωνετεντώνετετεντώνεστε
Aoristτέντωσετεντώστε, τεντώσετετεντώσουτεντωθείτε
Part
izip
Presτεντώνοντας
Perfέχοντας τεντώσει, έχοντας τεντωμένοτεντωμένος, -η, -οτεντωμένοι, -ες, -α
InfinAoristτεντώσειτεντωθεί



Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τείνωτείνουμε, τείνομε
τείνειςτείνετε
τείνειτείνουν(ε)
Imper
fekt
έτεινατείναμε
έτεινεςτείνατε
έτεινεέτειναν, τείναν(ε)
Aoristέτεινατείναμε
έτεινεςτείνατε
έτεινεέτειναν, τείναν(ε)
Per
fekt
έχω τείνειέχουμε τείνει
έχεις τείνειέχετε τείνει
έχει τείνειέχουν τείνει
Plu
per
fekt
είχα τείνειείχαμε τείνει
είχες τείνειείχατε τείνει
είχε τείνειείχαν τείνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τείνωθα τείνουμε, θα τείνομε
θα τείνειςθα τείνετε
θα τείνειθα τείνουν(ε)
Fut
ur
θα τείνωθα τείνουμε, θα τείνομε
θα τείνειςθα τείνετε
θα τείνειθα τείνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τείνειθα έχουμε τείνει
θα έχεις τείνειθα έχετε τείνει
θα έχει τείνειθα έχουν τείνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τείνωνα τείνουμε, να τείνομε
να τείνειςνα τείνετε
να τείνεινα τείνουν(ε)
Aoristνα τείνωνα τείνουμε, να τείνομε
να τείνειςνα τείνετε
να τείνεινα τείνουν(ε)
Perfνα έχω τείνεινα έχουμε τείνει
να έχεις τείνεινα έχετε τείνει
να έχει τείνεινα έχουν τείνει
Imper
ativ
Presτείνετείνετε
Aoristτείνετείνετε
Part
izip
Presτείνοντας
Perfέχοντας τείνει
InfinAoristτείνει

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback