τεντώνω Verb  [tentono, tentwnw]

  Verb
(3)
  Verb
(0)
spannen (ugs.)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Buchtip

Etymologie zu τεντώνω

τεντώνω mittelgriechisch τεντώνω τέντα lateinisch tenta, Femininum von tentus tendo proto-italienisch *tendō proto-indogermanisch *ten- (τείνω)


GriechischDeutsch
Πάνω και τεντώνω.Atmen und strecken.

Übersetzung nicht bestätigt

Πάνω και τεντώνω.Hoch und strecken.

Übersetzung nicht bestätigt

Plie και τεντώνω.Plié und strecken.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu τεντώνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τεντώνωτεντώνουμε, τεντώνομετεντώνομαιτεντωνόμαστε
τεντώνειςτεντώνετετεντώνεσαιτεντώνεστε, τεντωνόσαστε
τεντώνειτεντώνουν(ε)τεντώνεταιτεντώνονται
Imper
fekt
τέντωνατεντώναμετεντωνόμουν(α)τεντωνόμαστε, τεντωνόμασταν
τέντωνεςτεντώνατετεντωνόσουν(α)τεντωνόσαστε, τεντωνόσασταν
τέντωνετέντωναν, τεντώναν(ε)τεντωνόταν(ε)τεντώνονταν, τεντωνόντανε, τεντωνόντουσαν
Aoristτέντωσατεντώσαμετεντώθηκατεντωθήκαμε
τέντωσεςτεντώσατετεντώθηκεςτεντωθήκατε
τέντωσετέντωσαν, τεντώσαν(ε)τεντώθηκετεντώθηκαν, τεντωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω τεντώσει
έχω τεντωμένο
έχουμε τεντώσει
έχουμε τεντωμένο
έχω τεντωθεί
είμαι τεντωμένος, -η
έχουμε τεντωθεί
είμαστε τεντωμένοι, -ες
έχεις τεντώσει
έχεις τεντωμένο
έχετε τεντώσει
έχετε τεντωμένο
έχεις τεντωθεί
είσαι τεντωμένος, -η
έχετε τεντωθεί
είστε τεντωμένοι, -ες
έχει τεντώσει
έχει τεντωμένο
έχουν τεντώσει
έχουν τεντωμένο
έχει τεντωθεί
είναι τεντωμένος, -η, -ο
έχουν τεντωθεί
είναι τεντωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα τεντώσει
είχα τεντωμένο
είχαμε τεντώσει
είχαμε τεντωμένο
είχα τεντωθεί
ήμουν τεντωμένος, -η
είχαμε τεντωθεί
ήμαστε τεντωμένοι, -ες
είχες τεντώσει
είχες τεντωμένο
είχατε τεντώσει
είχατε τεντωμένο
είχες τεντωθεί
ήσουν τεντωμένος, -η
είχατε τεντωθεί
ήσαστε τεντωμένοι, -ες
είχε τεντώσει
είχε τεντωμένο
είχαν τεντώσει
είχαν τεντωμένο
είχε τεντωθεί
ήταν τεντωμένος, -η, -ο
είχαν τεντωθεί
ήταν τεντωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τεντώνωθα τεντώνουμε, θα τεντώνομεθα τεντώνομαιθα τεντωνόμαστε
θα τεντώνειςθα τεντώνετεθα τεντώνεσαιθα τεντώνεστε, θα τεντωνόσαστε
θα τεντώνειθα τεντώνουν(ε)θα τεντώνεταιθα τεντώνονται
Fut
ur
θα τεντώσωθα τεντώσουμε, θα τεντώσομεθα τεντωθώθα τεντωθούμε
θα τεντώσειςθα τεντώσετεθα τεντωθείςθα τεντωθείτε
θα τεντώσειθα τεντώσουνθα τεντωθείθα τεντωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τεντώσει
θα έχω τεντωμένο
θα έχουμε τεντώσει
θα έχουμε τεντωμένο
θα έχω τεντωθεί
θα είμαι τεντωμένος, -η
θα έχουμε τεντωθεί
θα είμαστε τεντωμένοι, -ες
θα έχεις τεντώσει
θα έχεις τεντωμένο
θα έχετε τεντώσει
θα έχετε τεντωμένο
θα έχεις τεντωθεί
θα είσαι τεντωμένος, -η
θα έχετε τεντωθεί
θα είστε τεντωμένοι, -ες
θα έχει τεντώσει
θα έχει τεντωμένο
θα έχουν τεντώσει
θα έχουν τεντωμένο
θα έχει τεντωθεί
θα είναι τεντωμένος, -η, -ο
θα έχουν τεντωθεί
θα είναι τεντωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τεντώνωνα τεντώνουμε, να τεντώνομενα τεντώνομαινα τεντωνόμαστε
να τεντώνειςνα τεντώνετενα τεντώνεσαινα τεντώνεστε, να τεντωνόσαστε
να τεντώνεινα τεντώνουν(ε)να τεντώνεταινα τεντώνονται
Aoristνα τεντώσωνα τεντώσουμε, να τεντώσομενα τεντωθώνα τεντωθούμε
να τεντώσειςνα τεντώσετενα τεντωθείςνα τεντωθείτε
να τεντώσεινα τεντώσουν(ε)να τεντωθείνα τεντωθούν(ε)
Perfνα έχω τεντώσει
να έχω τεντωμένο
να έχουμε τεντώσει
να έχουμε τεντωμένο
να έχω τεντωθεί
να είμαι τεντωμένος, -η
να έχουμε τεντωθεί
να είμαστε τεντωμένοι, -ες
να έχεις τεντώσει
να έχεις τεντωμένο
να έχετε τεντώσει
να έχετε τεντωμένο
να έχεις τεντωθεί
να είσαι τεντωμένος, -η
να έχετε τεντωθεί
να είστε τεντωμένοι, -ες
να έχει τεντώσει
να έχει τεντωμένο
να έχουν τεντώσει
να έχουν τεντωμένο
να έχει τεντωθεί
να είναι τεντωμένος, -η, -ο
να έχουν τεντωθεί
να είναι τεντωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτέντωνετεντώνετετεντώνεστε
Aoristτέντωσετεντώστε, τεντώσετετεντώσουτεντωθείτε
Part
izip
Presτεντώνοντας
Perfέχοντας τεντώσει, έχοντας τεντωμένοτεντωμένος, -η, -οτεντωμένοι, -ες, -α
InfinAoristτεντώσειτεντωθεί















Griechische Definition zu τεντώνω

τεντώνω [tendóno] -ομαι : 1. τραβώ κτ. σε όλο του το μήκος ή το πλάτος, ώστε να το ισιώσω: τεντώνω το σεντόνι στο κρεβάτι / τις κάλτσες / τη χορδή στο τόξο. ΦΡ τεντώνω / τραβάω / παρατραβάω το σκοινί*. βαδίζω (επάνω) σε τεντωμένο σκοινί*. || Tεντωμένα νεύρα από ένταση και εκνευρισμό. ANT χαλαρωμένα. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback