τεντώνω  Verb  [tentono, tentwnw]

Ähnliche Bedeutung wie τεντώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze τεντώνω

... καλυμμένοι στο στόμιό τους με μεμβράνη από τεχνητό ή φυσικό δέρμα, το οποίο τεντώνει ή χαλαρώνει με ένα μηχανισμό που βρίσκεται στο χείλος του τύμπανου. Με ...

... σκίουρος). Στο δεύτερο στάδιο, καθώς έχει πλησιάσει αρκετά για την προσγείωση, τεντώνει σε μέγιστο βαθμό τα πόδια προς το έδαφος λυγίζοντας ταυτόχρονα το σώμα ...

... το άλλο με το μηχανισμό εκτίναξης του αλεξίπτωτου πιλότου και το οποίο τεντώνεται μόλις ο αλεξιπτωτιστής εγκαταλείψει το σκάφος. Επίσης μπορεί να γίνει ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze spannen

... Zugpferde, die sich vor den Karren anderer spannen lassen, sind Esel. ...

... Er versuchte mit aller Kraft, den Bogen zu spannen und den Pfeil so weit wie möglich zu schießen. ...

... Lange Reaktionszeiten des Programms spannen einen manchmal auf die Folter. ...

Quelle: Esperantostern, brauchinet, freddy1

Grammatik


ΤΕΝΤΩΝΩ
I stretch
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τεντώνωτεντώνουμε, τεντώνομετεντώνομαιτεντωνόμαστε
τεντώνειςτεντώνετετεντώνεσαιτεντώνεστε, τεντωνόσαστε
τεντώνειτεντώνουν(ε)τεντώνεταιτεντώνονται
Imper
fekt
τέντωνατεντώναμετεντωνόμουν(α)τεντωνόμαστε, τεντωνόμασταν
τέντωνεςτεντώνατετεντωνόσουν(α)τεντωνόσαστε, τεντωνόσασταν
τέντωνετέντωναν, τεντώναν(ε)τεντωνόταν(ε)τεντώνονταν, τεντωνόντανε, τεντωνόντουσαν
Aoristτέντωσατεντώσαμετεντώθηκατεντωθήκαμε
τέντωσεςτεντώσατετεντώθηκεςτεντωθήκατε
τέντωσετέντωσαν, τεντώσαν(ε)τεντώθηκετεντώθηκαν, τεντωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω τεντώσει
έχω τεντωμένο
έχουμε τεντώσει
έχουμε τεντωμένο
έχω τεντωθεί
είμαι τεντωμένος, -η
έχουμε τεντωθεί
είμαστε τεντωμένοι, -ες
έχεις τεντώσει
έχεις τεντωμένο
έχετε τεντώσει
έχετε τεντωμένο
έχεις τεντωθεί
είσαι τεντωμένος, -η
έχετε τεντωθεί
είστε τεντωμένοι, -ες
έχει τεντώσει
έχει τεντωμένο
έχουν τεντώσει
έχουν τεντωμένο
έχει τεντωθεί
είναι τεντωμένος, -η, -ο
έχουν τεντωθεί
είναι τεντωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα τεντώσει
είχα τεντωμένο
είχαμε τεντώσει
είχαμε τεντωμένο
είχα τεντωθεί
ήμουν τεντωμένος, -η
είχαμε τεντωθεί
ήμαστε τεντωμένοι, -ες
είχες τεντώσει
είχες τεντωμένο
είχατε τεντώσει
είχατε τεντωμένο
είχες τεντωθεί
ήσουν τεντωμένος, -η
είχατε τεντωθεί
ήσαστε τεντωμένοι, -ες
είχε τεντώσει
είχε τεντωμένο
είχαν τεντώσει
είχαν τεντωμένο
είχε τεντωθεί
ήταν τεντωμένος, -η, -ο
είχαν τεντωθεί
ήταν τεντωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τεντώνωθα τεντώνουμε, θα τεντώνομεθα τεντώνομαιθα τεντωνόμαστε
θα τεντώνειςθα τεντώνετεθα τεντώνεσαιθα τεντώνεστε, θα τεντωνόσαστε
θα τεντώνειθα τεντώνουν(ε)θα τεντώνεταιθα τεντώνονται
Fut
ur
θα τεντώσωθα τεντώσουμε, θα τεντώσομεθα τεντωθώθα τεντωθούμε
θα τεντώσειςθα τεντώσετεθα τεντωθείςθα τεντωθείτε
θα τεντώσειθα τεντώσουνθα τεντωθείθα τεντωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τεντώσει
θα έχω τεντωμένο
θα έχουμε τεντώσει
θα έχουμε τεντωμένο
θα έχω τεντωθεί
θα είμαι τεντωμένος, -η
θα έχουμε τεντωθεί
θα είμαστε τεντωμένοι, -ες
θα έχεις τεντώσει
θα έχεις τεντωμένο
θα έχετε τεντώσει
θα έχετε τεντωμένο
θα έχεις τεντωθεί
θα είσαι τεντωμένος, -η
θα έχετε τεντωθεί
θα είστε τεντωμένοι, -ες
θα έχει τεντώσει
θα έχει τεντωμένο
θα έχουν τεντώσει
θα έχουν τεντωμένο
θα έχει τεντωθεί
θα είναι τεντωμένος, -η, -ο
θα έχουν τεντωθεί
θα είναι τεντωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τεντώνωνα τεντώνουμε, να τεντώνομενα τεντώνομαινα τεντωνόμαστε
να τεντώνειςνα τεντώνετενα τεντώνεσαινα τεντώνεστε, να τεντωνόσαστε
να τεντώνεινα τεντώνουν(ε)να τεντώνεταινα τεντώνονται
Aoristνα τεντώσωνα τεντώσουμε, να τεντώσομενα τεντωθώνα τεντωθούμε
να τεντώσειςνα τεντώσετενα τεντωθείςνα τεντωθείτε
να τεντώσεινα τεντώσουν(ε)να τεντωθείνα τεντωθούν(ε)
Perfνα έχω τεντώσει
να έχω τεντωμένο
να έχουμε τεντώσει
να έχουμε τεντωμένο
να έχω τεντωθεί
να είμαι τεντωμένος, -η
να έχουμε τεντωθεί
να είμαστε τεντωμένοι, -ες
να έχεις τεντώσει
να έχεις τεντωμένο
να έχετε τεντώσει
να έχετε τεντωμένο
να έχεις τεντωθεί
να είσαι τεντωμένος, -η
να έχετε τεντωθεί
να είστε τεντωμένοι, -ες
να έχει τεντώσει
να έχει τεντωμένο
να έχουν τεντώσει
να έχουν τεντωμένο
να έχει τεντωθεί
να είναι τεντωμένος, -η, -ο
να έχουν τεντωθεί
να είναι τεντωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτέντωνετεντώνετετεντώνεστε
Aoristτέντωσετεντώστε, τεντώσετετεντώσουτεντωθείτε
Part
izip
Presτεντώνοντας
Perfέχοντας τεντώσει, έχοντας τεντωμένοτεντωμένος, -η, -οτεντωμένοι, -ες, -α
InfinAoristτεντώσειτεντωθεί









Person Wortform
Präsens ich recke
du reckst
er, sie, es reckt
Präteritum ich reckte
Konjunktiv II ich reckte
Imperativ Singular reck!
recke!
Plural reckt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gereckt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:recken



Person Wortform
Präsens ich dehne
du dehnst
er, sie, es dehnt
Präteritum ich dehnte
Konjunktiv II ich dehnte
Imperativ Singular dehn!
Plural dehnt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gedehnt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:dehnen




Griechische Definition zu τεντώνω

τεντώνω [tendóno] -ομαι : 1. τραβώ κτ. σε όλο του το μήκος ή το πλάτος, ώστε να το ισιώσω: τεντώνω το σεντόνι στο κρεβάτι / τις κάλτσες / τη χορδή στο τόξο. ΦΡ τεντώνω / τραβάω / παρατραβάω το σκοινί*. βαδίζω (επάνω) σε τεντωμένο σκοινί*. || Tεντωμένα νεύρα από ένταση και εκνευρισμό. ANT χαλαρωμένα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τεντώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15