τείνω  Verb  [tino, teinw]

  Verb
(1)
  Verb
(0)
spannen (ugs.)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu τείνω

του έτεινε το χέρι σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης


GriechischDeutsch
Θα ήθελα προσωπικά να τείνω περισσότερο προς την κατεύθυνση της εισαγωγής των νέων αδειών εντός βραχύτερου χρονικού πλαισίου, όμως αυτή είναι μια συμβιβαστική λύση. Ας την σεβαστούμε.Ich persönlich würde eher zur Einführung des neuen Führerscheins innerhalb einer kürzeren Frist tendieren, aber dies ist ein Kompromiss, respektieren wir ihn.

Übersetzung bestätigt


Synonyme zu τείνω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie τείνω

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu τείνω

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik


Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τείνωτείνουμε, τείνομε
τείνειςτείνετε
τείνειτείνουν(ε)
Imper
fekt
έτεινατείναμε
έτεινεςτείνατε
έτεινεέτειναν, τείναν(ε)
Aoristέτεινατείναμε
έτεινεςτείνατε
έτεινεέτειναν, τείναν(ε)
Per
fect
έχω τείνειέχουμε τείνει
έχεις τείνειέχετε τείνει
έχει τείνειέχουν τείνει
Plu
per
fect
είχα τείνειείχαμε τείνει
είχες τείνειείχατε τείνει
είχε τείνειείχαν τείνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τείνωθα τείνουμε, θα τείνομε
θα τείνειςθα τείνετε
θα τείνειθα τείνουν(ε)
Fut
ur
θα τείνωθα τείνουμε, θα τείνομε
θα τείνειςθα τείνετε
θα τείνειθα τείνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τείνειθα έχουμε τείνει
θα έχεις τείνειθα έχετε τείνει
θα έχει τείνειθα έχουν τείνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τείνωνα τείνουμε, να τείνομε
να τείνειςνα τείνετε
να τείνεινα τείνουν(ε)
Aoristνα τείνωνα τείνουμε, να τείνομε
να τείνειςνα τείνετε
να τείνεινα τείνουν(ε)
Perfνα έχω τείνεινα έχουμε τείνει
να έχεις τείνεινα έχετε τείνει
να έχει τείνεινα έχουν τείνει
Imper
ativ
Presτείνετείνετε
Aoristτείνετείνετε
Part
izip
Presτείνοντας
Perfέχοντας τείνει
InfinAoristτείνει











Griechische Definition zu τείνω

τείνω [tíno] -ομαι στη σημ. 2 Ρ πρτ. και αόρ. έτεινα, απαρέμφ. τείνει, παθ. αόρ. τάθηκα, απαρέμφ. ταθεί : 1α. για κτ. που παρουσιάζει την τάση, σε μια φυσική, εξελικτική διαδικασία: Φαινόμενο που τείνει να επαναλαμβάνεται. H επίδραση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής τείνει να εξαφανίσει τα παραδοσιακά κτίσματα. || (για πρόσ.) έχω την προδιάθεση: Ο άνθρωπος τείνει προς την τελειότητα / το κακό. β. κλίνω, προσανατολίζομαι προς κτ.: τείνω να πιστέψω ότι είχε δίκιο σε όσα έλεγε. Tείνει σε μια αναθεώ ρηση των απόψεών του. γ. αποβλέπω, αποσκοπώ σε κτ.: Όλοι τείνουμε στον ίδιο σκοπό. Πού τείνουν οι ενέργειές σου; [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback