ολοκληρώνω  

  • beenden
    upvotedownvote
  • fertig machen
    upvotedownvote
  • vollenden
    upvotedownvote
  • zu Ende bringen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... απεσταλμένοι στους διοικητές των στρατευμάτων), και κατόπιν ως πραίτορες. Αφού ολοκλήρωνε τη θητεία του ως πραίτορας ή ύπατος, ένας συγκλητικός μπορούσε να ονομαστεί ...

... ολοκληρωθεί ένας αγώνας. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς ένα παιχνίδι ολοκληρώνεται πριν να ολοκληρωθεί η παράταση, είτε όταν μια ομάδα πετύχει γκολ (χρυσό ...

... μαθήματα που αντιστοιχούν κατ' ελάχιστο σε 180 πιστωτικές μονάδες και ολοκληρώνεται με την απονομή πτυχίου ή διπλώματος. Κάθε ακαδημαϊκό έτος περιλαμβάνει ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

oloklirono, oloklhrwnw


Deutsche Synonyme zu: ολοκληρώνω

aufhören (mit) aufgeben einstellen beilegen beenden (sich) abgewöhnen bleiben lassen bleibenlassen abstellen ablassen (von) ablegen sein lassen nicht weitermachen nicht weiterführen (etwas) einstellen sistieren besiegeln ad acta legen abhaken in trockene Tücher bringen abschließen erledigen unter Dach und Fach bringen beendigen zu Ende bringen einen Schlussstrich ziehen aus der Welt schaffen (einer Sache) ein Ende setzen (einen) Cut machen vollenden fertigstellen fertig stellen zu Ende führen terminieren finalisieren beschließen durchziehen (etwas) hinter sich bringen zu Grabe tragen stoppen (davon) Abschied nehmen einstampfen (einen) Schlussstrich ziehen den Rücken kehren an den Nagel hängen (sich) verabschieden von hinter sich lassen über Bord werfen beerdigen fallenlassen ablassen von vergessen fallen lassen sausen lassen (sich) abwenden von sterben lassen Besser ein Ende mit Schrecken als ein Schrecken ohne Ende. (einer Sache) ein Ende machen präparieren zurechtmachen fertig machen anfertigen bereit machen (jemandem) (die) Fresse polieren zusammenhauen zusammenschlagen krankenhausreif prügeln alle machen Kleinholz machen aus krankenhausreif schlagen zu Mus machen vervollkommnen ergänzen abrunden vervollständigen komplementieren komplettieren arrondieren erreichen vollbringen erwirken erzielen auf die Beine stellen durchsetzen leisten schaffen umsetzen


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
ολοκληρώσει
μετοχή (ενεστώτας)
ολοκληρώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ολοκληρώνω ολοκληρώνεις ολοκληρώνει ολοκληρώνο(υ)με ολοκληρώνετε ολοκληρώνουν(ε)
παρατατικός ολοκλήρωνα ολοκλήρωνες ολοκλήρωνε ολοκληρώναμε ολοκληρώνατε ολοκλήρωναν, ολοκληρώναν(ε)
αόριστος ολοκλήρωσα ολοκλήρωσες ολοκλήρωσε ολοκληρώσαμε ολοκληρώσατε ολοκλήρωσαν, ολοκληρώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα ολοκληρώνω θα ολοκληρώνεις θα ολοκληρώνει θα ολοκληρώνο(υ)με θα ολοκληρώνετε θα ολοκληρώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα ολοκληρώσω θα ολοκληρώσεις θα ολοκληρώσει θα ολοκληρώσο(υ)με θα ολοκληρώσετε θα ολοκληρώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω ολοκληρώσει έχεις ολοκληρώσει έχει ολοκληρώσει έχο(υ)με ολοκληρώσει έχετε ολοκληρώσει έχουν(ε) ολοκληρώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα ολοκληρώσει είχες ολοκληρώσει είχε ολοκληρώσει είχαμε ολοκληρώσει είχατε ολοκληρώσει είχαν(ε) ολοκληρώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω ολοκληρώσει θα έχεις ολοκληρώσει θα έχει ολοκληρώσει θα έχο(υ)με ολοκληρώσει θα έχετε ολοκληρώσει θα έχουν(ε) ολοκληρώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να ολοκληρώνω να ολοκληρώνεις να ολοκληρώνει να ολοκληρώνο(υ)με να ολοκληρώνετε να ολοκληρώνουν(ε)
αόριστος να ολοκληρώσω να ολοκληρώσεις να ολοκληρώσει να ολοκληρώσο(υ)με να ολοκληρώσετε να ολοκληρώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω ολοκληρώσει να έχεις ολοκληρώσει να έχει ολοκληρώσει να έχο(υ)με ολοκληρώσει να έχετε ολοκληρώσει να έχουν(ε) ολοκληρώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ολοκλήρωνε ολοκληρώνετε
αόριστος ολοκλήρωσε ολοκληρώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15