μεγαλώνω  

  • aufwachsen
    upvotedownvote
  • aufziehen
    upvotedownvote
  • vergrößern
    upvotedownvote
  • wachsen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... Το Μεγαλώνοντας (αγγλικά: Boyhood) είναι αμερικανική δραματική ταινία παραγωγής 2014. Ο Ρίτσαρντ Λίνκλεϊτερ σκηνοθέτησε και έγραψε το σενάριο και πρωταγωνιστούν ...

... Προτεσταντισμό και άρχισε η μεγάλη κόντρα μεταξύ των δύο μεγάλων ομάδων, η οποία με τα χρόνια μεγάλωνε περισσότερο (μέχρι και δολοφονίες υπήρξαν), απότοκο ...

... μεγάλο κεφάλι του. Ο τασμανικός διάβολος έχει μια ομάδα δοντιών τα οποία μεγαλώνουν αργά καθ' όλη την διάρκεια της ζωής του. Τα δόντια και τα σαγόνια του ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

megalono, meralono, megalwnw


Deutsche Synonyme zu: μεγαλώνω

aufwachsen groß werden heranwachsen wachsen sprießen emporschießen schossen aufschießen hochwachsen gedeihen aufsprossen emporsprießen necken triezen vexieren piesacken zu schaffen machen aufziehen zusetzen plagen quälen zwicken und zwacken utzen ärgern sticheln traktieren hänseln auf die Schippe nehmen arrangieren abhalten gestalten formen spannen aufspannen bemuttern pflegen heranziehen großziehen aufpflegen erziehen versorgen vermehren zunehmen (an) größer machen vergrößern steigern mehren maximieren ausdehnen zulegen ausbauen aufstocken hinzugewinnen dazugewinnen (einen) Zugewinn verbuchen (können) (einen) Zugewinn zu verbuchen haben ausweiten spreizen erweitern dehnen breiter machen extendieren ausleiern expandieren weiten aufweiten Nahrung geben schüren Öl ins Feuer gießen anstacheln befeuern anheizen (Konflikt) Auftrieb geben nähren hochkochen lassen anfachen (weiter) an der Spirale der Gewalt drehen zoomen heranholen hochziehen (Bildbearbeitung) entfalten ausprägen entwickeln prosperieren zunehmen


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
μεγαλώσει
μετοχή (ενεστώτας)
μεγαλώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας μεγαλώνω μεγαλώνεις μεγαλώνει μεγαλώνο(υ)με μεγαλώνετε μεγαλώνουν(ε)
παρατατικός μεγάλωνα μεγάλωνες μεγάλωνε μεγαλώναμε μεγαλώνατε μεγάλωναν, μεγαλώναν(ε)
αόριστος μεγάλωσα μεγάλωσες μεγάλωσε μεγαλώσαμε μεγαλώσατε μεγάλωσαν, μεγαλώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα μεγαλώνω θα μεγαλώνεις θα μεγαλώνει θα μεγαλώνο(υ)με θα μεγαλώνετε θα μεγαλώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα μεγαλώσω θα μεγαλώσεις θα μεγαλώσει θα μεγαλώσο(υ)με θα μεγαλώσετε θα μεγαλώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω μεγαλώσει έχεις μεγαλώσει έχει μεγαλώσει έχο(υ)με μεγαλώσει έχετε μεγαλώσει έχουν(ε) μεγαλώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα μεγαλώσει είχες μεγαλώσει είχε μεγαλώσει είχαμε μεγαλώσει είχατε μεγαλώσει είχαν(ε) μεγαλώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω μεγαλώσει θα έχεις μεγαλώσει θα έχει μεγαλώσει θα έχο(υ)με μεγαλώσει θα έχετε μεγαλώσει θα έχουν(ε) μεγαλώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να μεγαλώνω να μεγαλώνεις να μεγαλώνει να μεγαλώνο(υ)με να μεγαλώνετε να μεγαλώνουν(ε)
αόριστος να μεγαλώσω να μεγαλώσεις να μεγαλώσει να μεγαλώσο(υ)με να μεγαλώσετε να μεγαλώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω μεγαλώσει να έχεις μεγαλώσει να έχει μεγαλώσει να έχο(υ)με μεγαλώσει να έχετε μεγαλώσει να έχουν(ε) μεγαλώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας μεγάλωνε μεγαλώνετε
αόριστος μεγάλωσε μεγαλώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15