{το}  έτος Subst.  [etos]

{das}  
Jahr (ugs.)
  Subst.
(23247)
{der}    Subst.
(25)
(0)

Etymologie zu έτος

έτος altgriechisch ἔτος ϝέτος proto-indogermanisch *wétos *wet- (έτος) + *-os


GriechischDeutsch
Το ποσό αυτό καθορίζεται με βάση το συνολικό ποσό της συναλλαγής διοδίων που κατέβαλε ο πάροχος ΕΥΤ για αυτή την περιοχή διοδίων το προηγούμενο έτος.Dieser Betrag wird auf der Grundlage der im vorausgegangenen Jahr von dem EETS-Anbieter für das jeweilige Mautgebiet insgesamt gezahlten Summe für Mauttransaktionen bestimmt.

Übersetzung bestätigt

Η ανεπαρκής βαθμολόγηση μπορεί να δικαιολογήσει τη στασιμότητα του υπαλλήλου στο κλιμάκιό του για ένα ακόμη έτος.Eine schlechte Beurteilung kann rechtfertigen, dass der Bedienstete ein weiteres Jahr in seiner bisherigen Dienstaltersstufe verbleibt.

Übersetzung bestätigt

Όλοι οι υπάλληλοι του Κέντρου εκτός από το διευθυντή αξιολογούνται ετησίως όσον αφορά τη δραστηριότητά τους κατά το προηγούμενο έτος, το αργότερο έως τις 28 Φεβρουαρίου.Mit Ausnahme des Direktors werden alle Bediensteten des Zentrums einmal jährlich bis spätestens 28. Februar in der Ausübung ihrer Tätigkeit im vorherigen Jahr beurteilt.

Übersetzung bestätigt

Εάν ο υπάλληλος έχει στις 31 Δεκεμβρίου υπόλοιπο άδειας, ο διευθυντής ή ο αναπληρωτής του δύναται να επιτρέψει τη μεταφορά έως και δώδεκα ημερών άδειας στο επόμενο έτος.Verbleiben dem Mitglied des Personals am 31. Dezember noch Urlaubstage, so kann der Direktor oder sein Beauftragter die Übertragung von höchstens 12 Tagen Jahresurlaub auf das folgende Jahr genehmigen.

Übersetzung bestätigt

Συνίσταται σε κατ’ αποκοπή ποσό για κάθε συντηρούμενο πρόσωπο, το οποίο καθορίζεται κατ’ έτος στον πίνακα που εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο.Die Zulage beläuft sich auf einen Pauschalbetrag für jede unterhaltsberechtigte Person, der jedes Jahr in der vom Verwaltungsrat gebilligten Gehaltstabelle festgelegt wird.

Übersetzung bestätigt





Griechische Definition zu έτος

έτος το [étos] : ΣYN χρόνος. 1α. χρονικό διάστημα τριακοσίων εξήντα πέντε ημερών: Θα γίνει κάτι εντός δύο ετών / ύστερα από ένα έτος. Διαρκεί η διένεξη / η διαμάχη επί δύο έτη. Ο πρόεδρος εκλέγεται για θητεία πέντε ετών. Οι τέσσερις εποχές του έτους. έτος των εποχών, που περιλαμβάνεται ανάμεσα σε δύο διαδοχικές εαρινές ισημερίες. Kοσμικό έτος. Tο έτος του Διός / του Δράκου. || (για προσδιορισμό της ηλικίας): Παιδί δύο ετών και πέντε μηνών. Δέντρο δέκα / κτίσμα εκατό ετών. (έκφρ.) κατ΄ έτος, κάθε χρόνο, ετησίως: Εισπράττει ένα εκατομμύριο κατ΄ έτος από ενοίκια. εις έτη πολλά ή εις πολλά έτη, ως λόγια ευχή. προ αμνημονεύτων* ετών. β. (αστρον.) Hλιακό έτος ή τροπικό έτος, κατά το οποίο η γη πραγματοποιεί μία πλήρη περιφορά γύρω από τον ήλιο. Σεληνιακό έτος, με τριακόσιες πενήντα τέσσερις ημέρες. έτος φωτός, μονάδα μέτρησης της απόστασης που ισούται με την απόσταση που διανύει το φως σε ένα έτος. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback