Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



αερομεταφορέας

αερομεταφορέας αερο- + μεταφορέας


αδιάλυτα

αδιάλυτα αδιάλυτος + -α Koine-Griechisch ἀδιάλυτος ἀ- + διά + λύω


χωνεύω

χωνεύω Koine-Griechisch χωνεύω (αλλά τη σημερινή σημασία την πήρε το μεσαίωνα)


φυσιογνωμιστής

φυσιογνωμιστής φυσιογνωμία Wort verwendet ab 1885


φρικαλεότητα

φρικαλεότητα Etymologie fehlt


φιλευσπλαχνία

φιλευσπλαχνία φιλεύσπλαχνος + -ία Koine-Griechisch φιλεύσπλαγχνος φίλος + εὔσπλαγχνος εὖ + altgriechisch σπλάγχνον proto-indogermanisch *spelgh- (σπλήνα)


φέουδο

φέουδο Katharevousa φέουδον italienisch feudo mittellateinisch feudum


υποβίβαση

υποβίβαση υποβιβάζω + -ση


υδρόσφαιρα

υδρόσφαιρα Etymologie fehlt


τούμπο

τούμπο Etymologie fehlt


τήκω

τήκω altgriechisch τήκω proto-indogermanisch *teh₂w-


τζιτζιφιόγκος

τζιτζιφιόγκος τζιτζί + φιόγκος


τεχνοκράτης

τεχνοκράτης τέχνη + -κράτης ( κρατώ)


στηθαίο

στηθαίο Koine-Griechisch στηθαῖον altgriechisch στῆθος


στερεότυπος


πώρωση

πώρωση (λόγιο) altgriechisch πώρω(σις) + -ση πωρόω / πωρῶ πῶρος (ουσία των δοντιών, των οστών)


πύραρχος

πύραρχος πυρ + -αρχος


παρίσταμαι

παρίσταμαι παρά + ίσταμαι


οξυθυμία

οξυθυμία altgriechisch ὀξυθυμία ὀξύθυμος ὀξύς + θυμός


ξυπόλυτος

ξυπόλυτος mittelgriechisch ξυπόλυτος ἐξυπόλυτος ἐξυπολύομαι ἐξ + altgriechisch ὑπολύω λύω


ξεδιαντροπιά

ξεδιαντροπιά ξεδιάντροπος


ξαγοράρης

ξαγοράρης mittelgriechisch και ἐξαγοράρης ξαγορευτής και ἐξηγορευτής mittelgriechisch ξαγορεύω και ἐξαγορεύω (εξομολογώ)


μπουμπάρι

μπουμπάρι Etymologie fehlt


μοσχοβολιά

μοσχοβολιά Etymologie fehlt


μονόξυλο

μονόξυλο altgriechisch μονόξυλος


μονογενής

μονογενής Etymologie fehlt


μεσουράνηση

μεσουράνηση Etymologie fehlt


λαίμαργος

λαίμαργος altgriechisch λαίμαργος λαιμός + μάργος


κυματοθραύστης

κυματοθραύστης κύμα + -ο- + -θραύστης ((Lehnübersetzung) französisch brise-lames)


κόππα

κόππα altgriechisch κόππα, σημιτικής προέλευσης. siehe auch το φοινικικό qoph, και το lateinisch Q.


κοκκινίζω

κοκκινίζω spätgriechisch κοκκινίζω


κατατρύχω

κατατρύχω altgriechisch κατατρύχω


ευδοκιμώ

ευδοκιμώ altgriechisch εὐδοκιμῶ


ενεργώ

ενεργώ altgriechisch ἐνεργέω / ἐνεργῶ


έμπλαστρο

έμπλαστρο Koine-Griechisch ἔμπλαστρον ἡ ἔμπλαστρος altgriechisch ἔμπλαστος ἐμπλάσσω


εθνικοσοσιαλιστής

εθνικοσοσιαλιστής (Lehnübersetzung) deutsch Nationalsozialist


δειλιάζω

δειλιάζω Etymologie fehlt


γλωσσοπλάστης

γλωσσοπλάστης γλώσσα + -ο- + πλάστης


γιαταγάνι

γιαταγάνι türkisch yatağan παλαιοτουρκικά (Wurzel) yat- (σκύβω, γέρνω, απ’ όπου προκύπτουν και οι συγγενικές λέξεις yatmak (ξαπλώνω), yatak (κρεβάτι), yatay (οριζόντιος) κ.λπ.)


γεροντολόγος

γεροντολόγος (entlehnt aus) englisch gerontologist.[1] Αναλύεται σε γεροντο- + -λόγος


βολοδέρνω

βολοδέρνω slawisch вол (βόδι) + деря драть (γδέρνω) (δηλαδή γδάρτης βοϊδοτόμαρων που περιπλανιόταν: Τριανταφυλλίδης) είτε βόλος / βῶλος + δέρνω: Μπαμπινιώτης)


αυτοπεριορισμός

αυτοπεριορισμός αυτο- + περιορισμός ((Lehnübersetzung) englisch self-limitation)


ασυντόνιστα

ασυντόνιστα ασυντόνιστος + -α


αρτοφόριο

αρτοφόριο Etymologie fehlt


απρονοησία

απρονοησία Koine-Griechisch ἀπρονοησία altgriechisch ἀπρονόητος προνοέω πρό + νοέω


αποσυνδέω

αποσυνδέω από + συνδέω ((Lehnübersetzung) englisch disconnect)


αποστρέφομαι

αποστρέφομαι altgriechisch ἀποστρέφομαι, Passiv von ἀποστρέφω ἀπό + στρέφω


απανθράκωση

απανθράκωση απανθρακώνω + -ση


αντιμεταχώρηση

αντιμεταχώρηση αντί + μεταχώρηση ( μεταχωρῶ : αλλάζω θέση αμοιβαία)


ανισοτροπία

ανισοτροπία altgriechisch ἄνισος + altgriechisch τρόπος + -ία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;


άνθισμα

άνθισμα Koine-Griechisch ἄνθισμα altgriechisch ἀνθίζω ἄνθος


αναχαιτίζω

αναχαιτίζω altgriechisch ἀναχαιτίζω ἀνά + χαίτη


αιτιολογώ

αιτιολογώ αιτία + -λογώ (λόγος)


αειπάρθενος

αειπάρθενος (λόγιο) altgriechisch ἀειπάρθενος. Για την Παναγία, von ελληνιστική εποχή. Αναλύεται σε αει- + παρθένος.[1]


χείλι

ΔΦΑ : /ˈçi.li/


χαράσσω

χαράσσω (λόγιο) altgriechisch χαράσσω proto-indogermanisch *ǵʰer- (χαράσσω)


φυσικοχημεία

φυσικοχημεία Etymologie fehlt


φτωχαδάκι

φτωχαδάκι φτωχός + υποκοριστικό επίθημα -αδάκι


φιόγκος

φιόγκος italienisch fiocco


φιλαρχία

φιλαρχία Etymologie fehlt


υπερηχογράφος

υπερηχογράφος Etymologie fehlt


υπεραγαπώ

υπεραγαπώ Etymologie fehlt


τροβαδούρος

τροβαδούρος französisch troubadour[1] παλαιά γαλλικά troubadour παλαιά οξιτανική γλώσσα trobar lateinisch tropus altgriechisch τρόπος (αντιδάνειο)


συναγωνίζομαι

συναγωνίζομαι altgriechisch συναγωνίζομαι σύν + ἀγωνίζομαι ἀγών


σέρνω

σέρνω mittelgriechisch σέρνω σύρνω altgriechisch σύρω proto-indogermanisch *tuer (αναδεύω, ανακατεύω)


σείστρο

σείστρο Koine-Griechisch σεῖστρον σείω (5. (Lehnbedeutung) englisch rocker)


ρυμοτομία

ρυμοτομία Koine-Griechisch ῥυμοτομία altgriechisch ῥύμη + τέμνω


προσωπογράφος

προσωπογράφος Etymologie fehlt


προσσελήνωση

προσσελήνωση προσσεληνώνω προς + σελήνη ((Lehnübersetzung) englisch moon landing)


ποτίζω

ποτίζω altgriechisch ποτίζω


πλανευτής

πλανευτής πλανεύω + -τής


παχύμετρο

παχύμετρο


νοσοκομείον

νοσοκομείον Etymologie fehlt


νοητός

νοητός altgriechisch νοητός νοέω


μυθοπλάστης

μυθοπλάστης Etymologie fehlt


μπατανόβουρτσα

μπατανόβουρτσα Etymologie fehlt


μετουσίωση

μετουσίωση mittelgriechisch μετουσίωσις μετουσιώνω μετά + ουσία


λουμπάγκο

λουμπάγκο lateinisch lumbago


λαμπαδηφορία

λαμπαδηφορία altgriechisch λαμπάδα + -φορία


κουκκίδα

κουκκίδα Etymologie fehlt


καταπράυνση

καταπράυνση Koine-Griechisch καταπραΰνσις


κανάγιας

κανάγιας venezianisch canagia / italienisch canaglia cane +‎ -aglia lateinisch canis indoeuropäisch (Wurzel) *ḱwṓ


καμινάρης

καμινάρης mittelgriechisch καμινάρης καμίνι Koine-Griechisch καμίνιον altgriechisch κάμινος


κακόφημος

κακόφημος Koine-Griechisch κακόφημος altgriechisch κακός + φήμη


ηδυπάθεια


ευνόητος

ευνόητος Koine-Griechisch εὐνόητος altgriechisch εὖ + νοητός νόος / νοῦς


επιμελούμαι

επιμελούμαι altgriechisch ἐπιμελέομαι / ἐπιμελοῦμαι ἐπιμελής


εκμεταλλεύομαι

εκμεταλλεύομαι Koine-Griechisch ἐκμεταλλεύω ((Lehnübersetzung) französisch exploiter une mine[1])


εκμαυλίζω

εκμαυλίζω εκ- + μαυλίζω Koine-Griechisch μαυλίζω μαῦλις


εικοτολογία

εικοτολογία altgriechisch εἰκοτολογία


διφθέρα

διφθέρα δέφω


διατρέχω

διατρέχω altgriechisch διατρέχω διά + τρέχω ((Lehnbedeutung) französisch parcourir[1] [2])


δέρνω

δέρνω altgriechisch δέρω


γυαλόχαρτο

γυαλόχαρτο γυαλί + χαρτί


γλωσσίδα

γλωσσίδα altgriechisch γλωττίς


γκρανκάσα

γκρανκάσα italienisch grancassa


γιομάτος

γιομάτος mittelgriechisch γιομάτος γιομίζω altgriechisch γεμίζω γέμω


γείσο

στο γείσο φτιάχνουν φωλιά τα χελιδόνια


γαλουχία

γαλουχία Koine-Griechisch γαλουχία altgriechisch γάλα + ἔχω


βογκητό

βογκητό βογκώ mittelgriechisch βογκίζω και βογκῶ Koine-Griechisch γογγύζω



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback