Griechische Wörter mit arabischer Etymologie

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



κεσάτι

κεσάτι türkisch kesat + -ι arabisch كساد (kasād, αδράνεια)


κέφι

κέφι türkisch keyif arabisch كيف (kayf)


κιμπάρης

κιμπάρης türkisch kibar persisch کبار (kibār) Mehrzahl von کبیر (kabīr) arabisch كبير (kabīr)


κισμέτ

κισμέτ türkisch kısmet arabisch قسمة


κιτάπι

κιτάπι türkisch kitap arabisch كتاب (kitāb, ιερό βιβλίο)


κουλουβάχατα

κουλουβάχατα arabisch كل (kull: όλα) + واحد (wāḥid: ένα) ( protosinaitisch *waḥad-)


κουμάρι

κουμάρι türkisch kumar arabisch قمار (kumār)


κουμπές

κουμπές türkisch kubbe arabisch قبة (qúbba τρούλος, θόλος) persisch کپه (koppe)


κουμπούρι

κουμπούρι mittelgriechisch κουμπούρι türkisch kubur arabisch قبور (qubūr), πληθυντικός τού قبر (qabara: τάφος, μνήμα) ρίζα ق ب ر (q-b-r)


κουραμπιές

κουραμπιές türkisch kurabiye arabisch غربية (ḡarbiyya), Femininum von غربي (ḡarribī)


κουρμπάνι

κουρμπάνι türkisch kurban arabisch قربان (ḳurbān, θυσία)


κουρμπέτι

κουρμπέτι türkisch gurbet arabisch غربة (ġurbat)


κουσκούς

κουσκούς türkisch kuskus [1] arabisch كسكس (kuskus)


κουσούρι

κουσούρι türkisch kusur + -ι arabisch كسور (küsûr)


κρεμέζι

κρεμέζι italienisch chermes arabisch قِرْمِز‎ (qirmiz) [1]


λαγούμι

λαγούμι türkisch lağım arabisch لغم (laḡam: ορυχείο, λαγούμι) Koine-Griechisch λαχαίνω (σκάβω) altgriechisch λαγχάνω (αντιδάνειο)


λαμπικάρω

λαμπικάρω venezianisch lambicar mittellateinisch alembicum arabisch الإِنْبِيق (al-ʾinbīq: δοχείο απόσταξης) الأَنْبِيق (al-ʾanbīq) altgriechisch ἄμβιξ (αντιδάνειο)


λαμπίκος

λαμπίκος mittelgriechisch λαμπίκον mittellateinisch alembicum arabisch الإِنْبِيق (al-ʾinbīq, δοχείο απόσταξης) الأَنْبِيق (al-ʾanbīq) altgriechisch ἄμβιξ (αντιδάνειο)


λαούτο

λαούτο venezianisch lauto arabisch اَلْعُود‎ (al-ʿūd: ξύλο, ούτι) [1]


λεμόνι

λεμόνι mittelgriechisch λεμόνι λιμόνι italienisch limone arabisch ليمون (laymūn: λεμόνι) persisch لیمو (limu: λεμόνι)


λιλά

λιλά französisch lilas arabisch لِيلَك (līlak) persisch نیلک (nilak) نیل (nil: σκούρο μπλε) sanskritisch नीला (nīlā: σκούρο μπλε)


λουκουμάς

λουκουμάς türkisch lokma arabisch لقمة (luqma(t), κομματάκι)


λουκούμι

λουκούμι türkisch (rahat) hulkum arabisch الحلقوم (Hulquum)


λουλάκι

λουλάκι mittelgriechisch λουλάκιν arabisch ليلك (līlak)


λουφές

λουφές türkisch ulûfe arabisch علوفه (ʻalūfa)


μαγαζί

μαγαζί mittelgriechisch venezianisch magasín arabisch مخازن (maḵāzinun), Mehrzahl von مخزن (maḵzanun) خزن (ḵazana) ρίζα خ ز ن (ḵ-z-n)


μαγκάλι

μαγκάλι türkisch mangal arabisch منقل (minqal)


μαϊμού

μαϊμού mittelgriechisch μαϊμού türkisch maymun arabisch ميمون (maymūn)


μαϊντανός

μαϊντανός türkisch maydanoz arabisch مقدونس (makdanws) mittelgriechisch μακεδονήσι / μακεδονήσιον lateinisch macedonense, Maskulinum von macedonensis Macedo altgriechisch Μακεδών (αντιδάνειο) Μακεδονία μακεδονία μακεδνός


μακαράς

μακαράς türkisch makara arabisch بكرة (bakara)


μαντάρα

μαντάρα πιθανόν arabisch προέλευση[1][2]


μαντέμι

μαντέμι türkisch maden arabisch معدن (maˁdin: μέταλλο, ορυκτό)


μαντζούνι

μαντζούνι türkisch macun arabisch معجون (macun)


μαξούλι

μαξούλι türkisch mahsul arabisch محصول (mahsūl, συγκομιδή)


μαούνα

μαούνα mittelgriechisch μαούνα türkisch mavuna (που τώρα γράφεται mavna) arabisch معونة (maˁ una) (αναφέρεται και η παλιά französisch λέξη mahonne που δεν υπάρχει πια, αλλά και η englisch επισης παλιά λέξη mahone που σημαίνει μεγάλο τουρκικό πλοίο)


μαράζι

μαράζι türkisch maraz (αρρώστια, ασθένεια) arabisch مرض (marad) (αρρώστια, ασθένεια)


μαραμπού

μαραμπού französisch marabout proto-französisch maraboto / marabuto arabisch مُرابِط‎ (murābiṭ: πολεμιστής καλόγερος)


μαραφέτι

μαραφέτι türkisch marifet arabisch معرفة (maʿrifa, γνώση)


μασάζ

μασάζ französisch massage masser +‎ -age arabisch مَسَّ (massa: ακουμπώ, αισθάνομαι) ρίζα م س س‎ (m-s-s)


μάσκα

μάσκα französisch masque von spätlateinisch masca ίσως arabisch "maskharah" (ο παλιάτσος) ή von προβηγκιανό και καταλανικό mascarar (μαυρίζω το πρόσωπο) ή von spanisch φράση "más que la cara" (πρόσθετο πρόσωπο) -στην τελευταία περίπτωση το αραβικό "maskharat" προήλθε από τα ισπανικά


μαστραπάς

μαστραπάς mittelgriechisch μαστραπάς türkisch maşrapa [1] arabisch مشربة (mashraba) ρίζα "σούρμπ" (πίνω)


ματζίρης

ματζίρης türkisch muhacir arabisch مُهَاجِر (muhājir, μετανάστης). Άλλη ετυμολογία hebräisch mamzir (νόθος). das Wort μαμζίρης, von εβραϊκό mamzir, που ήταν βρισιά στους Εβραίους, συναντάται σε ελληνικά κείμενα της ύστερης αρχαιότητας, υποδηλώνοντας υποτιμητικά τον Εβραίο.


ματικάπι

ματικάπι türkisch matkap arabisch مثقب (mathqab, τρυπάνι)


μαφία

μαφία englisch Mafia σικελική mafia arabisch


μαχαλάς

μαχαλάς türkisch mahalle arabisch محل (mahalla)


μαχμουρλής

μαχμουρλής türkisch mahmurlu arabisch مخمور (mahmūr, μεθυσμένος)


μεϊντάνι

μεϊντάνι türkisch meydan persisch میدان (meydân) arabisch ميدان (maydān)


μελιτζάνα

μελιτζάνα italienisch melanzana spanisch berenjena arabisch باذنجان (baadhinjaan) persisch بادنگان (bâdengân)


μεντρεσές

μεντρεσές türkisch medrese arabisch مدرسة (madrasa)


μεράκι

μεράκι türkisch merak arabisch مراق (maraq)


μερακλής

μερακλής türkisch meraklı + -ής merak arabisch مراق (maraq). Μορφολογικά αναλύεται σε μεράκ(ι) + -λής


μερεμέτι

μερεμέτι osmanisch türkisch meremet (πλέον παρωχημένο) arabisch مرمّت (murammat) "επισκευή" "επανόρθωση"


μιναρές

μιναρές türkisch minare + -ς arabisch منارة (manāra)


μόκα

μόκα englisch mocha arabisch: المخا (al-Mukhā, Μόκα), λιμάνι της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα


μουεζίνης

μουεζίνης türkisch müezzin[1] + -ης arabisch مؤذن (mu’aḏḏin)


μουλάς

μουλάς mittelgriechisch μουλάς türkisch molla persisch ملا arabisch مولى (mawlā: ιερωμένος, φύλακας)


μούλκι

μούλκι türkisch mülk arabisch ملك (mulk)(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)


μούμια

μούμια mittelgriechisch μούμια italienisch mumia arabisch مُومِيَاء‎ (mūmīyya)[1] persisch مومیا (mumyā) موم (mum, κερί)


μουσακάς

μουσακάς türkisch musakka arabisch مسقعة‎ (musaqqa κρύο)


μουσαμάς

μουσαμάς türkisch muşamba + -ς arabisch مشمّع (muşamma, διαλεκτικό)[1]


μουσαφίρης

μουσαφίρης türkisch misafir arabisch مسافر (mosâfer: ταξιδιώτης)


μουσώνας

μουσώνας französisch mousson arabisch موسم (mausim, εποχή του έτους)


μουφτής

μουφτής türkisch müftü arabisch مفت (muftin)


μπακάλης

μπακάλης türkisch bakkal arabisch بقّال (bakkāl)


μπακούρι

μπακούρι türkisch bakir (ανέγγιχτος) arabisch بكر (bikr)


μπάμια

μπάμια türkisch bamya osmanisch türkisch بامیه (bamye) arabisch بامية (bāmiyā)


μπατανία

μπατανία türkisch battaniye arabisch بطانية (baṭṭāniyya)


μπάχαλο

μπάχαλο Onomatopoetikum ή von arabisch λέξη بحل (ar) (bihali) που σημαίνει «διάλυση»


μπαχάρι

μπαχάρι türkisch bahar arabisch بهار (bahār, καρύκευμα) persisch بهار (bahâr, άνοιξη, ανθός) μέση persisch wahār


μπεζεστένι

μπεζεστένι mittelgriechisch μπεζεστένιν türkisch bezesten / bedesten[1] persisch بزستان (bazistān) arabisch بز (baz, ύφασμα, κέντημα) + persisch κατάληξη ستان (-istān) [2]


μπεκιάρης

μπεκιάρης türkisch bekâr arabisch بكر (bakāra, «παρθένα») ή persisch بی‌کار (bikâr, «άνεργος»)


μπεκρής

μπεκρής türkisch bekri arabisch


μπελάς

μπελάς türkisch belâ arabisch بَلَاء (balā)


μπεντένι

μπεντένι türkisch beden arabisch بدن (bádan, σώμα)


μπερεκέτι

μπερεκέτι türkisch bereket ("αφθονία αγαθών, ευλογία, πλούτος") arabisch بركة (barakat, "ευλογία")


μπινές

μπινές türkisch ibne arabisch ابنة (íbna: κόρη, κοπέλα), Femininum von ابن


μπούρτζι

μπούρτζι türkisch burç + -ι arabisch برج (burj) aramäisch burgā altgriechisch πύργος


μπρίκι

μπρίκι türkisch ibrik arabisch إبريق (ibrīk) persisch آبریز (âbriz)


νάτριο

νάτριο neulateinisch natrium παλαιά französisch natron ή natrum arabisch natrūm ή nitrūm altgriechisch νίτρον (αντιδάνειο)


νεράντζι

νεράντζι mittelgriechisch νεράντζι(ον) venezianisch naranza (πικρό πορτοκάλι) arabisch نارنج (nāranj) [1] persisch نارنگ (nārang) sanskritisch नारङ्ग (nāraṅga, πορτοκαλιά)


νισάφι

νισάφι türkisch insaf (μετριοπάθεια) + -ι με αντιμετάθεση [in] > [ni][1] arabisch إنصاف insāf


νταούλι

νταούλι türkisch davul + -ι[1] arabisch طبل (tabl)


ντελάλης

ντελάλης türkisch tellâl με ηχηροποίηση [t]>[d] από συμπροφορά [n] και [t] στην έκφραση στην αιτιατική (τον τελάλη) arabisch دلّال (dallāl)[1]


ντουνιάς

ντουνιάς türkisch dünya arabisch دنياء (dunyāˀ)


ξυλάγγουρο

ξυλάγγουρο ξύλο + -ο- + αγγούρι ( mittelgriechisch αγγούρι(ν) Koine-Griechisch ἀγγούριον ἄγγουρον arabisch آجُرّ (ʾājurr) aramäisch ???????????????? ‎(*ʾaggor /ʾgwr/) akkadisch ???????????????? (agurru, ukurru) sumerisch ‎al.ùr.(r)a) + -ο


οκά

οκά türkisch okka arabisch أَوْقِيَّة (ʾawqiyya) وِقِيَّة ‎(wiqiyya) altgriechisch οὐγκία (αντιδάνειο)


ούγια

ούγια πιθανόν, mittelgriechisch οὔγια Koine-Griechisch ὤια ή ὠία ασυναίρετο για την altgriechisch ᾤα ή ὄα (άκρη υφάσματος, δέρμα προβάτου). siehe auch ὄϊς (πρόβατο). Δεν είναι πιθανό ένα αντιδάνειο von türkisch oya, arabisch προέλευσης.[1][2][3]


ουλεμάς

ουλεμάς türkisch ulema [1] arabisch علماء (ulamā) Mehrzahl von عالم (ālim: λόγιος, σοφός)


ούτι

ούτι türkisch ut arabisch اود (ūd)


παπαγάλος

παπαγάλος italienisch pappagallo mittelgriechisch παπαγᾶς (αντιδάνειο) arabisch ببغاء (babagha) Onomatopoetikum


πλιγούρι

πλιγούρι türkisch bulgur arabisch برغل (búrğul) persisch برغول (barğūl)


ραγιάς

ραγιάς türkisch raya arabisch رعايا (raʿāyā), Mehrzahl von رعية (raʿiyya: κοπάδι, αγέλη) ρίζα ر ع ي ‎(r-ʿ-y)


ραχάτι

ραχάτι türkisch rahat arabisch راحة (rāḥa: ξεκούραση, άνεση)


ρεζές

ρεζές türkisch reze (στρόφιγγα) arabisch رزّة (razza)


ρεζίλι

ρεζίλι türkisch rezil arabisch رذيل (razīl, αχρείος)


ρεμάλι

ρεμάλι türkisch remmal arabisch رمل (raml: άμμος· πληθυντικός: رمال: rimaal) (μάντης από σχήματα στην άμμο}[1]


ρουσφέτι

ρουσφέτι türkisch rüşvet arabisch رشوة (rişwat, δωροδοκία)


σακάτης

σακάτης türkisch sakat + -ης arabisch سقط (saqaṭ: πέφτω, πτώση) ρίζα س ق ط (s-q-ṭ)


σάκχαρο

σάκχαρο Koine-Griechisch σάκχαρον / σάκχαρις arabisch سكر (súkkar) persisch شکر (šakar) χίντι शर्करा (śarkarā) sanskritisch शर्करा (śarkarā) proto-indogermanisch *ḱorkeh-: άμμος, πέτρα[1]


σαλέπι

σαλέπι türkisch salep arabisch سحلب (saḥlab)



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback