χωρώ  Verb  [choro, xwrw]

Ähnliche Bedeutung wie χωρώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χωρώ

... χώρο (εκτέλεση «πλάγιου άουτ»). Παρά το γεγονός ότι οι παίκτες χρησιμοποιούν συνήθως τα πόδια τους για να κυκλοφορήσουν τη μπάλα στο αγωνιστικό χώρο, ...

... ιδιαιτέρως του κράτους. Οι αυστηροί ορισμοί την ταυτίζουν με τον γεωγραφικό χώρο που έχει τη νομική υπόσταση και αναγνώριση κυρίαρχου ή προστατευόμενου κράτους ...

... συνεχίσει μέχρι το 2050. Η σειρά με την οποία το κέρμα για έναν ιδιαίτερο χώρο εκδίδεται συμπίπτει με τη σειρά με την οποία είχαν κηρυχθεί από την UNESCO ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze fassen

... Bitte fassen Sie die Blumen nicht an. ...

... Einige fassen eine Sprache auf wie eine Form des Wissens. ...

... Bitte fassen Sie die Ware nicht an. ...

Quelle: xtofu80, Esperantostern, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΧΩΡΩ
I contain
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χωράω, χωρώχωράμε, χωρούμε
χωράςχωράτε
χωράει, χωράχωράν(ε), χωρούν(ε)
Imper
fekt
χωρούσα, χώραγαχωρούσαμε, χωράγαμε
χωρούσες, χώραγεςχωρούσατε, χωράγατε
χωρούσε, χώραγεχωρούσαν(ε), χώραγαν, χωράγανε
Aoristχώρεσαχωρέσαμε
χώρεσεςχωρέσατε
χώρεσεχώρεσαν, χωρέσαν(ε)
Perf
ekt
έχω χωρέσειέχουμε χωρέσει
έχεις χωρέσειέχετε χωρέσει
έχει χωρέσειέχουν χωρέσει
Plu
perf
ekt
είχα χωρέσειείχαμε χωρέσει
είχες χωρέσειείχατε χωρέσει
είχε χωρέσειείχαν χωρέσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χωράω, θα χωρώθα χωράμε, θα χωρούμε
θα χωράςθα χωράτε
θα χωράει, θα χωράθα χωράν(ε), θα χωρούν(ε)
Fut
ur
θα χωρέσωθα χωρέσουμε, θα χωρέσομε
θα χωρέσειςθα χωρέσετε
θα χωρέσειθα χωρέσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χωρέσειθα έχουμε χωρέσει
θα έχεις χωρέσειθα έχετε χωρέσει
θα έχει χωρέσειθα έχουν χωρέσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χωράω, να χωρώνα χωράμε, να χωρούμε
να χωράςνα χωράτε
να χωράει, να χωράνα χωράν(ε), να χωρούν(ε)
Aoristνα χωρέσωνα χωρέσουμε, να χωρέσομε
να χωρέσειςνα χωρέσετε
να χωρέσεινα χωρέσουν(ε)
Perfνα έχω χωρέσεινα έχουμε χωρέσει
να έχεις χωρέσεινα έχετε χωρέσει
να έχει χωρέσεινα έχουν χωρέσει
Imper
ativ
Presχώρα, χώραγεχωράτε
Aoristχώρεσε, χώραχωρέστε
Part
izip
Presχωρώντας
Perfέχοντας χωρέσει
InfinAoristχωρέσει



Person Wortform
Präsens ich fasse
du fasst
er, sie, es fasst
Präteritum ich fasste
Konjunktiv II ich fasste
Imperativ Singular fass!
fasse!
Plural fasst!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gefasst haben
Alle weiteren Formen: Flexion:fassen






Griechische Definition zu χωρώ

χωρώ [xoró] & -άω .5α : 1.(υπ. πργ.) διαθέτω αρκετό χώρο για να περιλάβω κπ. ή κτ. α. έχω συγκεκριμένη χωρητικότητα· παίρνωIII8: H αίθουσα χωράει χίλια άτομα. Tο δοχείο χωράει δύο λίτρα. Aυτό το ντουλάπι χωράει πολλά πράγματα. β. για κτ. που φοράμε και που το μέγεθός του είναι κατάλληλο ώστε να εφαρμόζει καλά· μπαίνω: Tα παπούτσια είναι μικρά, δε μου χωράνε. Xόντρυνε και δεν τον χωρούν τα ρούχα του. Tο καπέλο δε μου χωράει, γιατί είναι στενό. ΦΡ κπ. δεν τον χωράει ο τόπος, δεν μπορεί να σταθεί σε ένα μέρος από ανησυχία ή ανυπομονησία και θέλει να φύγει. κτ. δεν το χωράει ο νους μου, για ένα απρόσμενο γεγονός που δεν μπορούμε να το πιστέψουμε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χωρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15