φορτώνω  Verb  [fortono, fortwnw]

Ähnliche Bedeutung wie φορτώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze φορτώνω

... κατέληγε η γραμμή Αγρίνιο - Κρυονέρι του ιστορικού ΣΒΔΕ και στον μώλο φορτώνονταν τα βαγόνια σε καράβι για τη μεταφορά τους στην Πάτρα που βρίσκεται ακριβώς ...

... του ποταμού είναι ρηχός, τα μεγάλα πλοία σταματούν 12 μίλια μακριά και φορτώνουν ή ξεφορτώνουν με μικρά πλοία ή με τη βοήθεια φορτηγίδων. Το λιμάνι της ...

... παιδιά τους (τον Γλαύκο, τον Ευρύμαχο και την Κρινώ) μαζί με υπηρέτες που φόρτωναν κιβώτιο σε υποζύγιο. Λέγεται ακόμα ότι ο Αγαμέμνονας του έδωσε τα μισά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beladen mit

... Das Frachtschiff wurde beladen mit Kohle, Nutzholz und so weiter. ...

Quelle: Tamy

Grammatik



ΦΟΡΤΩΝΩ
I load
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φορτώνωφορτώνουμε, φορτώνομεφορτώνομαιφορτωνόμαστε
φορτώνειςφορτώνετεφορτώνεσαιφορτώνεστε, φορτωνόσαστε
φορτώνειφορτώνουν(ε)φορτώνεταιφορτώνονται
Imper
fekt
φόρτωναφορτώναμεφορτωνόμουν(α)φορτωνόμαστε, φορτωνόμασταν
φόρτωνεςφορτώνατεφορτωνόσουν(α)φορτωνόσαστε, φορτωνόσασταν
φόρτωνεφόρτωναν, φορτώναν(ε)φορτωνόταν(ε)φορτώνονταν, φορτωνόντανε, φορτωνόντουσαν
Aoristφόρτωσαφορτώσαμεφορτώθηκαφορτωθήκαμε
φόρτωσεςφορτώσατεφορτώθηκεςφορτωθήκατε
φόρτωσεφόρτωσαν, φορτώσαν(ε)φορτώθηκεφορτώθηκαν, φορτωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω φορτώσει
έχω φορτωμένο
έχουμε φορτώσει
έχουμε φορτωμένο
έχω φορτωθεί
είμαι φορτωμένος, -η
έχουμε φορτωθεί
είμαστε φορτωμένοι, -ες
έχεις φορτώσει
έχεις φορτωμένο
έχετε φορτώσει
έχετε φορτωμένο
έχεις φορτωθεί
είσαι φορτωμένος, -η
έχετε φορτωθεί
είστε φορτωμένοι, -ες
έχει φορτώσει
έχει φορτωμένο
έχουν φορτώσει
έχουν φορτωμένο
έχει φορτωθεί
είναι φορτωμένος, -η, -ο
έχουν φορτωθεί
είναι φορτωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα φορτώσει
είχα φορτωμένο
είχαμε φορτώσει
είχαμε φορτωμένο
είχα φορτωθεί
ήμουν φορτωμένος, -η
είχαμε φορτωθεί
ήμαστε φορτωμένοι, -ες
είχες φορτώσει
είχες φορτωμένο
είχατε φορτώσει
είχατε φορτωμένο
είχες φορτωθεί
ήσουν φορτωμένος, -η
είχατε φορτωθεί
ήσαστε φορτωμένοι, -ες
είχε φορτώσει
είχε φορτωμένο
είχαν φορτώσει
είχαν φορτωμένο
είχε φορτωθεί
ήταν φορτωμένος, -η, -ο
είχαν φορτωθεί
ήταν φορτωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φορτώνωθα φορτώνουμε, θα φορτώνομεθα φορτώνομαιθα φορτωνόμαστε
θα φορτώνειςθα φορτώνετεθα φορτώνεσαιθα φορτώνεστε, θα φορτωνόσαστε
θα φορτώνειθα φορτώνουν(ε)θα φορτώνεταιθα φορτώνονται
Fut
ur
θα φορτώσωθα φορτώσουμε, θα φορτώσομεθα φορτωθώθα φορτωθούμε
θα φορτώσειςθα φορτώσετεθα φορτωθείςθα φορτωθείτε
θα φορτώσειθα φορτώσουνθα φορτωθείθα φορτωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φορτώσει
θα έχω φορτωμένο
θα έχουμε φορτώσει
θα έχουμε φορτωμένο
θα έχω φορτωθεί
θα είμαι φορτωμένος, -η
θα έχουμε φορτωθεί
θα είμαστε φορτωμένοι, -ες
θα έχεις φορτώσει
θα έχεις φορτωμένο
θα έχετε φορτώσει
θα έχετε φορτωμένο
θα έχεις φορτωθεί
θα είσαι φορτωμένος, -η
θα έχετε φορτωθεί
θα είστε φορτωμένοι, -ες
θα έχει φορτώσει
θα έχει φορτωμένο
θα έχουν φορτώσει
θα έχουν φορτωμένο
θα έχει φορτωθεί
θα είναι φορτωμένος, -η, -ο
θα έχουν φορτωθεί
θα είναι φορτωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φορτώνωνα φορτώνουμε, να φορτώνομενα φορτώνομαινα φορτωνόμαστε
να φορτώνειςνα φορτώνετενα φορτώνεσαινα φορτώνεστε, να φορτωνόσαστε
να φορτώνεινα φορτώνουν(ε)να φορτώνεταινα φορτώνονται
Aoristνα φορτώσωνα φορτώσουμε, να φορτώσομενα φορτωθώνα φορτωθούμε
να φορτώσειςνα φορτώσετενα φορτωθείςνα φορτωθείτε
να φορτώσεινα φορτώσουν(ε)να φορτωθείνα φορτωθούν(ε)
Perfνα έχω φορτώσει
να έχω φορτωμένο
να έχουμε φορτώσει
να έχουμε φορτωμένο
να έχω φορτωθεί
να είμαι φορτωμένος, -η
να έχουμε φορτωθεί
να είμαστε φορτωμένοι, -ες
να έχεις φορτώσει
να έχεις φορτωμένο
να έχετε φορτώσει
να έχετε φορτωμένο
να έχεις φορτωθεί
να είσαι φορτωμένος, -η
να έχετε φορτωθεί
να είστε φορτωμένοι, -ες
να έχει φορτώσει
να έχει φορτωμένο
να έχουν φορτώσει
να έχουν φορτωμένο
να έχει φορτωθεί
να είναι φορτωμένος, -η, -ο
να έχουν φορτωθεί
να είναι φορτωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφόρτωνεφορτώνετεφορτώνεστε
Aoristφόρτωσεφορτώστε, φορτώσετεφορτώσουφορτωθείτε
Part
izip
Presφορτώνοντας
Perfέχοντας φορτώσει, έχοντας φορτωμένοφορτωμένος, -η, -οφορτωμένοι, -ες, -α
InfinAoristφορτώσειφορτωθεί















Person Wortform
Präsens ich verlade
du verlädst
er, sie, es verlädt
Präteritum ich verlud
Konjunktiv II ich verlüde
Imperativ Singular verlad!
verlade!
Plural verladet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
verladen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:verladen





Person Wortform
Präsens ich lade
du lädst
er, sie, es lädt
Präteritum ich lud
Konjunktiv II ich lüde
Imperativ Singular lade!
Plural ladet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geladen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:laden


Griechische Definition zu φορτώνω

φορτώνω [fortóno] -ομαι : 1. βάζω, τοποθετώ ένα φορτίο σε ένα μεταφορικό μέσο για να το μεταφέρω. ANT ξεφορτώνω: φορτώνω το πλοίο / το αυτοκίνητο / το γάιδαρο. Φόρτωσαν την νταλίκα με πορτοκάλια για τη Γερμανία. Φορτώσαμε στο αυτοκίνητο τα πιο απαραίτητα και φύγαμε για διακοπές. Bυθίστηκε πλοίο φορτωμένο με τσιμέντο. || Φορτώνομαι κτ. στην πλάτη μου και ως έκφραση, αναλαμβάνω ευθύνες, υποχρεώσεις. ΦΡ το / τα φορτώνω στον κόκορα, το παραμελώ, δεν το φροντίζω (συνήθ. για δουλειές, υποχρεώσεις κτλ.). [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φορτώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15