υπόσχομαι  Verb  [iposchome, yposxomai]

Ähnliche Bedeutung wie υπόσχομαι


Beispielsätze υπόσχομαι

... διαφωνία τους με τους Σαμνίτες, Ταραντίνους και Λευκανούς. Σε αντάλλαγμα υποσχόταν τη φιλία του και την παροχή βοήθειας σε περιόδους πολέμου, διαφορετικά ...

... συνδρομή της Δύσης. Τότε, ο Πάπας Ευγένιος Δ΄ έλεγε στους Ορθοδόξους: «υπόσχομαι δώσειν εν τη Κωνσταντινουπόλει υπέρ βοηθείας χρυσίων χιλιάδας δώδεκα και ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze versprechen

... In jedem Fall versprechen weitere Experimente in diese Richtung, die Wissenschaft mit vielen interessanten Entdeckungen zu bereichern. ...

... Ich verspreche, dass ich niemals mehr irgendetwas versprechen werde. ...

... Etwas zu versprechen ist eine Sache, es dann auch zu tun eine andere. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, Zaghawa

Grammatik


ΥΠΟΣΧΟΜΑΙ
I promise
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υπόσχομαιυποσχόμαστε
υπόσχεσαιυπόσχεστε, υποσχόσαστε
υπόσχεταιυπόσχονται
Imper
fekt
υποσχόμουν(α)υποσχόμαστε, υποσχόμασταν
υποσχόσουν(α)υποσχόσαστε, υποσχόσασταν
υποσχόταν(ε)υπόσχονταν, υποσχόντανε, υποσχόντουσαν
Aoristυποσχέθηκαυποσχεθήκαμε
υποσχέθηκεςυποσχεθήκατε
υποσχέθηκευποσχέθηκαν, υποσχεθήκαν(ε)
Per
fect
έχω υποσχεθείέχουμε υποσχεθεί
έχεις υποσχεθείέχετε υποσχεθεί
έχει υποσχεθείέχουν υποσχεθεί
Plu
per
fect
είχα υποσχεθείείχαμε υποσχεθεί
είχες υποσχεθείείχατε υποσχεθεί
είχε υποσχεθείείχαν υποσχεθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υπόσχομαιθα υποσχόμαστε
θα υπόσχεσαιθα υπόσχεστε, θα υποσχόσαστε
θα υπόσχεταιθα υπόσχονται
Fut
ur
θα υποσχεθώθα υποσχεθούμε
θα υποσχεθείςθα υποσχεθείτε
θα υποσχεθείθα υποσχεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υποσχεθείθα έχουμε υποσχεθεί
θα έχεις υποσχεθείθα έχετε υποσχεθεί
θα έχει υποσχεθείθα έχουν υποσχεθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υπόσχομαινα υποσχόμαστε
να υπόσχεσαινα υπόσχεστε, να υποσχόσαστε
να υπόσχεταινα υπόσχονται
Aoristνα υποσχεθώνα υποσχεθούμε
να υποσχεθείςνα υποσχεθείτε
να υποσχεθείνα υποσχεθούν(ε)
Perfνα έχω υποσχεθείνα έχουμε υποσχεθεί
να έχεις υποσχεθείνα έχετε υποσχεθεί
να έχει υποσχεθείνα έχουν υποσχεθεί
Imper
ativ
Presυπόσχεστε
Aoristυποσχέσουυποσχεθείτε
Part
izip
Presυποσχόμενος
Perf
InfinAoristυποσχεθεί






Griechische Definition zu υπόσχομαι

υπόσχομαι [ipósxome] Ρ αόρ. υποσχέθηκα, απαρέμφ. υποσχεθεί, μπε. υποσχόμενος στη σημ. 2 : 1.αναλαμβάνω με τη θέλησή μου την υποχρέωση να κάνω κτ. διαβεβαιώνοντας κπ. ή δεσμευόμενος απέναντί του για αυτό: Θα το κάνω, αν μου υποσχεθείς ότι… Mου υποσχέθηκε να με βοηθήσει / ότι θα με υποστηρίξει. Tου υποσχέθηκα ένα δώρο. Aν δεν μπορείς να κρατήσεις το λόγο σου, μην υπόσχεσαι. Aπ΄ όσα μας υποσχέθηκαν δεν έκαναν τίποτε. Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ τίποτε. Θα προσπαθήσω, δε (σου) υπόσχομαι όμως τίποτε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υπόσχομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15