υποστηρίζω  Verb  [ipostirizo, yposthrizw]

Ähnliche Bedeutung wie υποστηρίζω


Beispielsätze υποστηρίζω

... Κλέων, δικαιώνοντας απόλυτα τον συντηρητικό του αντίπαλο Κίμωνα, που υποστήριζε ότι η δημοκρατία δεν έχει πια περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης και εδραίωσης ...

... Αριστοφάνης, Ξενοφών και άλλοι συγγραφείς της εποχής. Ορισμένοι από αυτούς υποστηρίζουν πως η Ασπασία διατηρούσε οίκο ανοχής, ενώ ήταν πόρνη και η ίδια. Ωστόσο ...

... εξόρυξη ορυκτών, πυρηνικές εκρήξεις και διάθεση πυρηνικών αποβλήτων, ενώ υποστηρίζει την επιστημονική έρευνα και προστατεύει την οικοζώνη της ηπείρου. Συνεχιζόμενα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze unterstützen

... Diese Tatsachen unterstützen meine Hypothese. ...

... Diese Daten unterstützen die Hypothese. ...

... Warum bestehst du darauf, selbst die Studiengebühren zu bezahlen, obwohl deine Eltern dich gerne finanziell unterstützen würden? ...

Quelle: xtofu80, xtofu80, xtofu80

Grammatik


ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΩ
I support
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υποστηρίζωυποστηρίζουμε, υποστηρίζομευποστηρίζομαιστηριζόμαστε
υποστηρίζειςυποστηρίζετευποστηρίζεσαιυποστηρίζεστε, στηριζόσαστε
υποστηρίζειυποστηρίζουν(ε)υποστηρίζεταιυποστηρίζονται
Imper
fekt
υποστήριζαυποστηρίζαμεστηριζόμουν(α)στηριζόμαστε, στηριζόμασταν
υποστήριζεςυποστηρίζατεστηριζόσουν(α)στηριζόσαστε, στηριζόσασταν
υποστήριζευποστήριζαν, υποστηρίζαν(ε)στηριζόταν(ε)υποστηρίζονταν, στηριζόντανε, στηριζόντουσαν
Aoristυποστήριξαυποστηρίξαμευποστηρίχτηκα, υποστηρίχθηκαστηριχτήκαμε, στηριχθήκαμε
υποστήριξεςυποστηρίξατευποστηρίχτηκες, υποστηρίχθηκεςστηριχτήκατε, στηριχθήκατε
υποστήριξευποστήριξαν, υποστηρίξαν(ε)υποστηρίχτηκε, υποστηρίχθηκευποστηρίχτηκαν, στηριχτήκαν(ε)
υποστηρίχθηκαν, στηριχθήκαν(ε)
Per
fect
έχω υποστηρίξει
έχω υποστηριγμένο
έχουμε υποστηρίξει
έχουμε υποστηριγμένο
έχω στηριχτεί
έχω στηριχθεί
είμαι υποστηριγμένος, -η
έχουμε στηριχτεί
έχουμε στηριχθεί
είμαστε υποστηριγμένοι, -ες
έχεις υποστηρίξει
έχεις υποστηριγμένο
έχετε υποστηρίξει
έχετε υποστηριγμένο
έχεις στηριχτεί
έχεις στηριχθεί
είσαι υποστηριγμένος, -η
έχετε στηριχτεί
έχετε στηριχθεί
είστε υποστηριγμένοι, -ες
έχει υποστηρίξει
έχει υποστηριγμένο
έχουν υποστηρίξει
έχουν υποστηριγμένο
έχει στηριχτεί
έχει στηριχθεί
είναι υποστηριγμένος, -η, -ο
έχουν στηριχτεί
έχουν στηριχθεί
είναι υποστηριγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα υποστηρίξει
είχα υποστηριγμένο
είχαμε υποστηρίξει
είχαμε υποστηριγμένο
είχα στηριχτεί
είχα στηριχθεί
ήμουν υποστηριγμένος, -η
είχαμε στηριχτεί
είχαμε στηριχθεί
ήμαστε υποστηριγμένοι, -ες
είχες υποστηρίξει
είχες υποστηριγμένο
είχατε υποστηρίξει
είχατε υποστηριγμένο
είχες στηριχτεί
είχες στηριχθεί
ήσουν υποστηριγμένος, -η
είχατε στηριχτεί
είχατε στηριχθεί
ήσαστε υποστηριγμένοι, -ες
είχε υποστηρίξει
είχε υποστηριγμένο
είχαν υποστηρίξει
είχαν υποστηριγμένο
είχε στηριχτεί
είχε στηριχθεί
ήταν υποστηριγμένος, -η, -ο
είχαν στηριχτεί
είχαν στηριχθεί
ήταν υποστηριγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υποστηρίζωθα υποστηρίζουμε, θα υποστηρίζομεθα υποστηρίζομαιθα στηριζόμαστε
θα υποστηρίζειςθα υποστηρίζετεθα υποστηρίζεσαιθα υποστηρίζεστε, θα στηριζόσαστε
θα υποστηρίζειθα υποστηρίζουν(ε)θα υποστηρίζεταιθα υποστηρίζονται
Fut
ur
θα υποστηρίξωθα υποστηρίξουμε, θα υποστηρίξομεθα στηριχτώθα στηριχτούμε
θα υποστηρίξειςθα υποστηρίξετεθα στηριχτείςθα στηριχτείτε
θα υποστηρίξειθα υποστηρίξουν(ε)θα στηριχτείθα στηριχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υποστηρίξει
θα έχω υποστηριγμένο
θα έχουμε υποστηρίξει
θα έχουμε υποστηριγμένο
θα έχω στηριχτεί
θα έχω στηριχθεί
θα είμαι υποστηριγμένος, -η
θα έχουμε στηριχτεί
θα έχουμε στηριχθεί
θα είμαστε υποστηριγμένοι, -ες
θα έχεις υποστηρίξει
θα έχεις υποστηριγμένο
θα έχετε υποστηρίξει
θα έχετε υποστηριγμένο
θα έχεις στηριχτεί
θα έχεις στηριχθεί
θα είσαι υποστηριγμένος, -η
θα έχετε στηριχτεί
θα έχετε στηριχθεί
θα είστε υποστηριγμένοι, -ες
θα έχει υποστηρίξει
θα έχει υποστηριγμένο
θα έχουν υποστηρίξει
θα έχουν υποστηριγμένο
θα έχει στηριχτεί
θα έχει στηριχθεί
θα είναι υποστηριγμένος, -η, -ο
θα έχουν στηριχτεί
θα έχουν στηριχθεί
θα είναι υποστηριγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υποστηρίζωνα υποστηρίζουμε, να υποστηρίζομενα υποστηρίζομαινα στηριζόμαστε
να υποστηρίζειςνα υποστηρίζετενα υποστηρίζεσαινα υποστηρίζεστε, να στηριζόσαστε
να υποστηρίζεινα υποστηρίζουν(ε)να υποστηρίζεταινα υποστηρίζονται
Aoristνα υποστηρίξωνα υποστηρίξουμε, να υποστηρίξομενα στηριχτώνα στηριχτούμε
να υποστηρίξειςνα υποστηρίξετενα στηριχτείςνα στηριχτείτε
να υποστηρίξεινα υποστηρίξουν(ε)να στηριχτείνα στηριχτούν(ε)
Perf να έχω υποστηρίξει
να έχω υποστηριγμένο
να έχουμε υποστηρίξει
να έχουμε υποστηριγμένο
να έχω στηριχτεί
να έχω στηριχθεί
να είμαι υποστηριγμένος, -η
να έχουμε στηριχτεί
να έχουμε στηριχθεί
να είμαστε υποστηριγμένοι, -ες
να έχεις υποστηρίξει
να έχεις υποστηριγμένο
να έχετε υποστηρίξει
να έχετε υποστηριγμένο
να έχεις στηριχτεί
να έχεις στηριχθεί
να είσαι υποστηριγμένος, -η
να έχετε στηριχτεί
να έχετε στηριχθεί
να είστε υποστηριγμένοι, -ες
να έχει υποστηρίξει
να έχει υποστηριγμένο
να έχουν υποστηρίξει
να έχουν υποστηριγμένο
να έχει στηριχτεί
να έχει στηριχθεί
να είναι υποστηριγμένος, -η, -ο
να έχουν στηριχτεί
να έχουν στηριχθεί
να είναι υποστηριγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presυποστήριζευποστηρίζετευποστηρίζεστε
Aoristυποστήριξευποστηρίξτε, υποστηρίχτευποστηρίξουστηριχτείτε
Part
izip
Presυποστηρίζοντας
Perfέχοντας υποστηρίξει, έχοντας υποστηριγμένουποστηριγμένος, -η, -ουποστηριγμένοι, -ες, -α
InfinAoristυποστηρίξειστηριχτεί, στηριχθεί










Griechische Definition zu υποστηρίζω

υποστηρίζω [ipostirízo] -ομαι : 1.τοποθετώ στήριγμα κάτω από κτ., το στηρίζω από κάτω, το υποβαστάζω: υποστηρίζω έναν τοίχο / ένα φράγμα. Η στοά υποστηρίζεται από κολόνες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υποστηρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15