{η}  τρέλα Subst.  [trela]

{der}    Subst.
(700)
{der}    Subst.
(103)
{die}    Subst.
(85)
{die}    Subst.
(7)
{der}    Subst.
(5)
{die}    Subst.
(3)
{die}    Subst.
(1)

Buchtip (Anzeige)

Etymologie zu τρέλα

τρέλα τρελ(αίνω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός)


GriechischDeutsch
Θα ήταν πραγματική τρέλα να συγκαλέσουμε μία συνάντηση ασφάλισης πιστωτών πριν να ρυθμίσουμε αυτά τα πράγματα.Es wäre der reine Wahnsinn, eine Geberkonferenz durchzuführen, bevor all diese Fragen geklärt sind.

Übersetzung bestätigt

Κολυμπάμε σε πλήρη τρέλα.Das ist der blanke Wahnsinn.

Übersetzung bestätigt

Η δημοκρατική επαγρύπνηση πρέπει επίσης να χρησιμεύσει στο να τις υποστηρίξει, κυρίως, πέρα από όλες τις λεπτομέρειες στις οποίες δίδεται υπερβολική σημασία, όταν βρίσκονται αντιμέτωπες με μια τυφλή δολοφονική τρέλα, πάρα πολύ επικίνδυνη από τη στιγμή που εξωτερικές δυνάμεις τις βοηθούν κρυφά, δυνάμεις που δεν είναι μάλιστα ευρωπαϊκές καταλαβαίνετε τι έχω στο μυαλό μου και οι οποίες επωφελούνται από μια ασταθή κατάσταση για να κινούν διακριτικά, μέσω των φανατικών, σκοτεινά νήματα.Sie muss auch darin bestehen, diese abgesehen von allen vordergründigen Details zu unterstützen, wenn sie mit einem blinden mörderischen Wahnsinn konfrontiert sind, der umso gefährlicher ist als er insgeheim von fremden Mächten geschürt wird, oftmals außereuropäischen Mächten Sie wissen, wen ich meine -, welche eine instabile Situation ausnutzen, um im Dunkeln mit Hilfe fanatischer Kräfte undurchsichtige Fäden zu ziehen.

Übersetzung bestätigt

Αυτό αποτελεί σκέτη τρέλα και αψηφά τη δημοκρατική βούληση της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών μας.Das ist kompletter Wahnsinn und steht in offenkundigem Widerspruch zu dem demokratischen Willen der überwältigenden Mehrheit unserer Bürger.

Übersetzung bestätigt

Αυτό είναι τρέλα.Das ist Wahnsinn.

Übersetzung bestätigt





Griechische Definition zu τρέλα

τρέλα η [tréla] Ο25α : I. σοβαρή ψυχική διαταραχή· ψυχοπάθεια: H τρέλα είναι αρρώστια του νου και της ψυχής. Σκότωσε επάνω σε μια κρίση τρέλας. Tα όρια ανάμεσα στη λογική και στην τρέλα είναι πολλές φορές ασαφή. II1. παλαβωμάρα. α. ενέργεια επιπόλαιη· απερισκεψία: τρέλα ήταν αυτή, να πουλήσεις το σπίτι για ένα κομμάτι ψωμί; Ήταν μια τρέλα της στιγμής, που τώρα την πληρώνει. Είναι τόσο απελπισμένος, που φοβάμαι μήπως κάνει καμιά τρέλα, μήπως αυτοκτονήσει. || παράτολμη πράξη: Έκανε την τρέλα, άοπλος να αντιμετωπίσει οπλισμένους. β. έντονη επιθυμία για κτ.· μανία: Έχει την τρέλα του κυνηγιού. H τρέλα του είναι να μαζεύει παλιά και σπάνια αντικείμενα. (έκφρ.) καθένας με την τρέλα του, κάθε άνθρωπος έχει κάποια ιδιορρυθμία. γ. βασανιστική ψυχική κατάσταση: Σε πιάνει τρέλα, όταν σκεφτείς έναν πυρηνικό πόλεμο. Mου έρχεται τρέλα μπροστά στη δουλειά που με περιμένει. δ. (πληθ.) παρεκτροπές όχι σοβαρές, που εύκολα συγχωρούνται: Nεανικές τρέλες. Kάνει τρέλες στα γεράματα. Σταμάτα τις τρέλες και κάθισε φρόνιμα, αταξίες. ΦΡ η τρέλα δεν πάει στα βουνά (πάει στους ανθρώπους), για να δηλώσουμε ότι δε μας ξαφνιάζουν οι παράλογες ενέργειες κάποιου ή κάποιων. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback