{η}  τρέλα  Substantiv  [trela]

Ähnliche Bedeutung wie τρέλα


Beispielsätze τρέλα

... femenino (Γυναικεία τρέλα), 24,3 x 35,3 εκ. (εικόνα)/ 33,6 x 50,3 εκ (χαρτί) Νο. 2: Disparate de miedo (Τρομακτική τρέλα), 24,4 x 35,3 εκ. (εικόνα)/ ...

... βρέθηκε νεκρός στη φυλακή, η επίσημη εκδοχή ήταν πως «αυτοκτόνησε μέσα στην τρέλα του», αλλά σύγχρονοι ιστορικοί δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να δολοφονήθηκε ...

... Αφροδίτη να αποβιβαστεί επάνω στην ακτή τους, η θεά τους καταράστηκε με παραφροσύνη. Στην τρέλα τους, βίασαν την Αλία. Ως τιμωρία, ο Ποσειδώνας τους έθαψε ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze Wahnsinn

... Die Psychologie wird niemals die Wahrheit über den Wahnsinn sagen können, da es der Wahnsinn ist, der im Besitz der Wahrheit der Psychologie ist. ...

... Hör mit diesem Wahnsinn auf! ...

... Die dünne Linie zwischen Zurechnungsfähigkeit und Wahnsinn ist feiner geworden. ...

Quelle: MUIRIEL, kolonjano, Esperantostern

Grammatik




Singular

Plural

Nominativ der Wahnsinn

Genitiv des Wahnsinns

Dativ dem Wahnsinn

Akkusativ den Wahnsinn




Singular

Plural

Nominativ der Irrsinn

Genitiv des Irrsinns
des Irrsinnes

Dativ dem Irrsinn

Akkusativ den Irrsinn




Singular

Plural

Nominativ die Dummheit

die Dummheiten

Genitiv der Dummheit

der Dummheiten

Dativ der Dummheit

den Dummheiten

Akkusativ die Dummheit

die Dummheiten




Singular

Plural

Nominativ die Verrücktheit

die Verrücktheiten

Genitiv der Verrücktheit

der Verrücktheiten

Dativ der Verrücktheit

den Verrücktheiten

Akkusativ die Verrücktheit

die Verrücktheiten



Griechische Definition zu τρέλα

τρέλα η [tréla] Ο25α : I. σοβαρή ψυχική διαταραχή· ψυχοπάθεια: H τρέλα είναι αρρώστια του νου και της ψυχής. Σκότωσε επάνω σε μια κρίση τρέλας. Tα όρια ανάμεσα στη λογική και στην τρέλα είναι πολλές φορές ασαφή. II1. παλαβωμάρα. α. ενέργεια επιπόλαιη· απερισκεψία: τρέλα ήταν αυτή, να πουλήσεις το σπίτι για ένα κομμάτι ψωμί; Ήταν μια τρέλα της στιγμής, που τώρα την πληρώνει. Είναι τόσο απελπισμένος, που φοβάμαι μήπως κάνει καμιά τρέλα, μήπως αυτοκτονήσει. || παράτολμη πράξη: Έκανε την τρέλα, άοπλος να αντιμετωπίσει οπλισμένους. β. έντονη επιθυμία για κτ.· μανία: Έχει την τρέλα του κυνηγιού. H τρέλα του είναι να μαζεύει παλιά και σπάνια αντικείμενα. (έκφρ.) καθένας με την τρέλα του, κάθε άνθρωπος έχει κάποια ιδιορρυθμία. γ. βασανιστική ψυχική κατάσταση: Σε πιάνει τρέλα, όταν σκεφτείς έναν πυρηνικό πόλεμο. Mου έρχεται τρέλα μπροστά στη δουλειά που με περιμένει. δ. (πληθ.) παρεκτροπές όχι σοβαρές, που εύκολα συγχωρούνται: Nεανικές τρέλες. Kάνει τρέλες στα γεράματα. Σταμάτα τις τρέλες και κάθισε φρόνιμα, αταξίες. ΦΡ η τρέλα δεν πάει στα βουνά (πάει στους ανθρώπους), για να δηλώσουμε ότι δε μας ξαφνιάζουν οι παράλογες ενέργειες κάποιου ή κάποιων. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τρέλα

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15