συζητώ  Verb  [sizito, syzhtw]

Ähnliche Bedeutung wie συζητώ


Beispielsätze συζητώ

... τούτου, μερικοί πίστευαν ότι δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για να συζητούνται κοινά, καθημερινά ζητήματα), αλλά πολλοί αντιλήφθηκαν σύντομα την ανάγκη ...

... Ευρώπης. Τον Ιανουάριο του 1942, στη Διάσκεψη της Βάνζεε, οι Ναζί ηγέτες συζήτησαν τις λεπτομέρειες της «Τελικής λύσης του Εβραϊκού ζητήματος» (Endlösung ...

... συμμετέχουν στην Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΕΔΚΕ), όπου οι δήμαρχοι συζητούν προβλήματα. Μετά τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις "Καποδίστριας" και "Καλλικράτης" ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beraten

... Gut, worüber möchten Sie beraten werden? ...

... Wer uns gut beraten kann, den frage man auch dann und wann. ...

... Ich weiß nicht, mit wem ich mich beraten soll. ...

Quelle: Dejo, Esperantostern, riotlake

Grammatik


ΣΥΖΗΤΩ
I discuss
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συζητάω, συζητώσυζητάμε, συζητούμεσυζητιέμαισυζητιόμαστε
συζητάςσυζητάτεσυζητιέσαισυζητιέστε, συζητιόσαστε
συζητάει, συζητάσυζητάν(ε), συζητούν(ε)συζητιέταισυζητιούνται, συζητιόνται
Imper
fekt
συζητούσα, συζήταγασυζητούσαμε, συζητάγαμεσυζητιόμουν(α)συζητιόμαστε, συζητιόμασταν
συζητούσες, συζήταγεςσυζητούσατε, συζητάγατεσυζητιόσουν(α)συζητιόσαστε, συζητιόσασταν
συζητούσε, συζήταγεσυζητούσαν(ε), συζήταγαν, συζητάγανεσυζητιόταν(ε)συζητιόνταν(ε), συζητιούνταν, συζητιόντουσαν
Aoristσυζήτησασυζητήσαμεσυζητήθηκασυζητηθήκαμε
συζήτησεςσυζητήσατεσυζητήθηκεςσυζητηθήκατε
συζήτησεσυζήτησαν, συζητήσαν(ε)συζητήθηκεσυζητήθηκαν, συζητηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω συζητήσει
έχω συζητημένο
έχουμε συζητήσει
έχουμε συζητημένο
έχω συζητηθεί
είμαι συζητημένος, -η
έχουμε συζητηθεί
είμαστε συζητημένοι, -ες
έχεις συζητήσει
έχεις συζητημένο
έχετε συζητήσει
έχετε συζητημένο
έχεις συζητηθεί
είσαι συζητημένος, -η
έχετε συζητηθεί
είστε συζητημένοι, -ες
έχει συζητήσει
έχει συζητημένο
έχουν συζητήσει
έχουν συζητημένο
έχει συζητηθεί
είναι συζητημένος, -η, -ο
έχουν συζητηθεί
είναι συζητημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα συζητήσει
είχα συζητημένο
είχαμε συζητήσει
είχαμε συζητημένο
είχα συζητηθεί
ήμουν συζητημένος, -η
είχαμε συζητηθεί
ήμαστε συζητημένοι, -ες
είχες συζητήσει
είχες συζητημένο
είχατε συζητήσει
είχατε συζητημένο
είχες συζητηθεί
ήσουν συζητημένος, -η
είχατε συζητηθεί
ήσαστε συζητημένοι, -ες
είχε συζητήσει
είχε συζητημένο
είχαν συζητήσει
είχαν συζητημένο
είχε συζητηθεί
ήταν συζητημένος, -η, -ο
είχαν συζητηθεί
ήταν συζητημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συζητάω, θα συζητώθα συζητάμε, θα συζητούμεθα συζητιέμαιθα συζητιόμαστε
θα συζητάςθα συζητάτεθα συζητιέσαιθα συζητιέστε, θα συζητιόσαστε
θα συζητάει, θα συζητάθα συζητάν(ε), θα συζητούν(ε)θα συζητιέταιθα συζητιούνται, θα συζητιόνται
Fut
ur
θα συζητήσωθα συζητήσουμε, θα συζητήσομεθα συζητηθώθα συζητηθούμε
θα συζητήσειςθα συζητήσετεθα συζητηθείςθα συζητηθείτε
θα συζητήσειθα συζητήσουν(ε)θα συζητηθείθα συζητηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συζητήσει
θα έχω συζητημένο
θα έχουμε συζητήσει
θα έχουμε συζητημένο
θα έχω συζητηθεί
θα είμαι συζητημένος, -η
θα έχουμε συζητηθεί
θα είμαστε συζητημένοι, -ες
θα έχεις συζητήσει
θα έχεις συζητημένο
θα έχετε συζητήσει
θα έχετε συζητημένο
θα έχεις συζητηθεί
θα είσαι συζητημένος, -η
θα έχετε συζητηθεί
θα είστε συζητημένοι, -ες
θα έχει συζητήσει
θα έχει συζητημένο
θα έχουν συζητήσει
θα έχουν συζητημένο
θα έχει συζητηθεί
θα είναι συζητημένος, -η, -ο
θα έχουν συζητηθεί
θα είναι συζητημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συζητάω, να συζητώνα συζητάμε, να συζητούμενα συζητιέμαινα συζητιόμαστε
να συζητάςνα συζητάτενα συζητιέσαινα συζητιέστε, να συζητιόσαστε
να συζητάει, να συζητάνα συζητάν(ε), να συζητούν(ε)να συζητιέταινα συζητιούνται, να συζητιόνται
Aoristνα συζητήσωνα συζητήσουμε, να συζητήσομενα συζητηθώνα συζητηθούμε
να συζητήσειςνα συζητήσετενα συζητηθείςνα συζητηθείτε
να συζητήσεινα συζητήσουν(ε)να συζητηθείνα συζητηθούν(ε)
Perfνα έχω συζητήσει
να έχω συζητημένο
να έχουμε συζητήσει
να έχουμε συζητημένο
να έχω συζητηθεί
να είμαι συζητημένος, -η
να έχουμε συζητηθεί
να είμαστε συζητημένοι, -ες
να έχεις συζητήσει
να έχεις συζητημένο
να έχετε συζητήσει
να έχετε συζητημένο
να έχεις συζητηθεί
να είσαι συζητημένος, -η
να έχετε συζητηθεί
να είστε συζητημένοι, -η
να έχει συζητήσει
να έχει συζητημένο
να έχουν συζητήσει
να έχουν συζητημένο
να έχει συζητηθεί
να είναι συζητημένος, -η, -ο
να έχουν συζητηθεί
να είναι συζητημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυζήτα, συζήταγεσυζητάτεσυζητιέστε
Aoristσυζήτησε, συζήτασυζητήστεσυζητήσουσυζητηθείτε
Part
izip
Presσυζητώντας
Perfέχοντας συζητήσει, έχοντας συζητημένοσυζητημένος, -η, -οσυζητημένοι, -ες, -α
InfinAoristσυζητήσεισυζητηθεί



Person Wortform
Präsens ich berate
du berätst
er, sie, es berät
Präteritum ich beriet
Konjunktiv II ich beriete
Imperativ Singular berate!
berat!
Plural beratet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
beraten haben
Alle weiteren Formen: Flexion:beraten










Griechische Definition zu συζητώ

συζητώ [sizitó] & -άω, -ιέμαι .9β : 1α.ανταλλάσσω προφορικά απόψεις και σκέψεις, για να καταλήξω μαζί με άλλους σε ένα συμπέρασμα ή σε μια απόφαση: Tο νομοσχέδιο θα συζητηθεί στη βουλή την ερχόμενη εβδομάδα. Συζητείται η εφαρμογή νέων μέτρων, μελετάται. || κουβεντιάζω: Συζητούσαν χαμηλόφωνα. Aντί να δουλεύουν, κάθονται και συζητάνε. β. σκέφτομαι, λογαριάζω, αν είναι σκόπιμο να πρά ξω κτ.: Tο συζητώ, αν με συμφέρει να παραιτηθώ τώρα. Tο ενδεχόμενο αυτό δεν το συζητώ. || φέρνω αντιρρήσεις, συνήθ. σε αρνητικές προτάσεις: Δε συζητάει ποτέ τις αποφάσεις των ανωτέρων του. (έκφρ.) μην το συζητάς / ούτε να το συζητάς, για κτ. που δεν επιδέχεται αντίρρηση, για κατηγορηματι κή άρνηση: Mην το συζητάς, έκανες πολύ καλά που δεν έφυγες. Ούτε να το συζητάς, δε γίνεται αυτό που θέλεις. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συζητώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15