σκέφτομαι  Verb  [skeftome, skeftomai]


Beispielsätze σκέφτομαι

... Ναί, σκέφτομαι κι αυτό ακόμα. ...

... Δεν μπορώ να σκέφτομαι τα πάντα. ...

... Τώρα δεν έχω καθόλου χρόνο να σκέφτομαι το ποδόσφαιρο. ...

Quelle: glavkos, glavkos, mululatv


Beispielsätze denken

... Alle denken das Gleiche. ...

... Wenige Leute denken so. ...

... Sie können denken und sprechen. ...

Quelle: MUIRIEL, Wolf, Wolf

Grammatik


ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ
I think
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκέφτομαι, skeptomai">σκέπτομαισκεφτόμαστε
σκέφτεσαισκέφτεστε, σκεφτόσαστε
σκέφτεταισκέφτονται
Imper
fekt
σκεφτόμουν(α)σκεφτόμαστε, σκεφτόμασταν
σκεφτόσουν(α)σκεφτόσαστε, σκεφτόσασταν
σκεφτόταν(ε)σκέφτονταν, σκεφτόντανε, σκεφτόντουσαν
Aoristσκέφτηκασκεφτήκαμε
σκέφτηκεςσκεφτήκατε
σκέφτηκεσκέφτηκαν, σκεφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω σκεφτείέχουμε σκεφτεί
έχεις σκεφτείέχετε σκεφτεί
έχει σκεφτείέχουν σκεφτεί
Plu
per
fect
είχα σκεφτείείχαμε σκεφτεί
είχες σκεφτείείχατε σκεφτεί
είχε σκεφτείείχαν σκεφτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκέφτομαιθα σκεφτόμαστε
θα σκέφτεσαιθα σκέφτεστε, θα σκεφτόσαστε
θα σκέφτεταιθα σκέφτονται
Fut
ur
θα σκεφτώθα σκεφτούμε
θα σκεφτείςθα σκεφτείτε
θα σκεφτείθα σκεφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκεφτείθα έχουμε σκεφτεί
θα έχεις σκεφτείθα έχετε σκεφτεί
θα έχει σκεφτείθα έχουν σκεφτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκέφτομαινα σκεφτόμαστε
να σκέφτεσαινα σκέφτεστε, να σκεφτόσαστε
να σκέφτεταινα σκέφτονται
Aoristνα σκεφτώνα σκεφτούμε
να σκεφτείςνα σκεφτείτε
να σκεφτείνα σκεφτούν(ε)
Perfνα έχω σκεφτείνα έχουμε σκεφτεί
να έχεις σκεφτείνα έχετε σκεφτεί
να έχει σκεφτείνα έχουν σκεφτεί
Imper
ativ
Presσκέφτεστε
Aoristσκέψουσκεφτείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristσκεφτεί








Griechische Definition zu σκέφτομαι

σκέφτομαι [skéftome] & σκέπτομαι [sképtome] Ρ αόρ. σκέφτηκα, απαρέμφ. σκεφτεί : ενεργοποιούμαι νοητικά παρατηρώντας, συσχετίζοντας, διαπιστώνοντας, αιτιολογώντας, αξιολογώντας και ερμηνεύοντας: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Πρώτα να σκέφτεσαι και μετά να μιλάς. Tι σκέφτεσαι; Θα το σκεφτώ και μετά θα σου απαντήσω. Σκέψου το καλύτερα! Ποιος το σκέφτηκε αυτό; Kάνει πράγματα χωρίς να σκέφτεται, παρορμητικά, μηχανικά. || (μπε.) που διανοείται, που εμβαθύνει: Είναι ένας σκεπτόμενος άνθρωπος. 1. αντιμετωπίζω, κατανοώ τα πράγματα με ένα συγκεκριμένο τρό πο: Σκέφτεται τελείως διαφορετικά από μένα. Σκέφτεται ελεύθερα. Σκέφτεται με ιδιοτέλεια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σκέφτομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15