σαπίζω  Verb  [sapizo, sapizw]

Ähnliche Bedeutung wie σαπίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze zerfallen

... cremefarben über. Die recht breiten tiefschwarzen Streifen liegen relativ weit auseinander. An den Flanken sind sie meist doppelt und zerfallen am unteren Ende ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΑΠΙΖΩ
I rot
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σαπίζωσαπίζουμε, σαπίζομε
σαπίζειςσαπίζετε
σαπίζεισαπίζουν(ε)
Imper
fekt
σάπιζασαπίζαμε
σάπιζεςσαπίζατε
σάπιζεσάπιζαν, σαπίζαν(ε)
Aoristσάπισασαπίσαμε
σάπισεςσαπίσατε
σάπισεσάπισαν, σαπίσαν(ε)
Per
fect
έχω σαπίσειέχουμε σαπίσει
έχεις σαπίσειέχετε σαπίσει
έχει σαπίσειέχουν σαπίσει
Plu
per
fect
είχα σαπίσειείχαμε σαπίσει
είχες σαπίσειείχατε σαπίσει
είχε σαπίσειείχαν σαπίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σαπίζωθα σαπίζουμε, θα σαπίζομε
θα σαπίζειςθα σαπίζετε
θα σαπίζειθα σαπίζουν(ε)
Fut
ur
θα σαπίσωθα σαπίσουμε, θα σαπίζομε
θα σαπίσειςθα σαπίσετε
θα σαπίσειθα σαπίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σαπίσειθα έχουμε σαπίσει
θα έχεις σαπίσειθα έχετε σαπίσει
θα έχει σαπίσειθα έχουν σαπίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σαπίζωνα σαπίζουμε, να σαπίζομε
να σαπίζειςνα σαπίζετε
να σαπίζεινα σαπίζουν(ε)
Aoristνα σαπίσωνα σαπίσουμε, να σαπίσομε
να σαπίσειςνα σαπίσετε
να σαπίσεινα σαπίσουν(ε)
Perfνα έχω σαπίσεινα έχουμε σαπίσει
να έχεις σαπίσεινα έχετε σαπίσει
να έχει σαπίσεινα έχουν σαπίσει
Imper
ativ
Presσάπιζεσαπίζετε
Aoristσάπισεσαπίστε
Part
izip
Presσαπίζοντας
Perfέχοντας σαπίσει
InfinAoristσαπίσει









Person Wortform
Präsens ich faule
du faulst
er, sie, es fault
Präteritum ich faulte
Konjunktiv II ich faulte
Imperativ Singular faule!
Plural fault!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gefault sein
Alle weiteren Formen: Flexion:faulen






Griechische Definition zu σαπίζω

σαπίζω [sapízo] .1α μππ. σαπισμένος : 1α. για οργανικές ουσίες που αλλοιώνονται και αποσυντίθενται, συνήθ. λόγω της υγρασίας: H βάρκα σάπιζε αργά μέσα στο νερό. || για καρπούς που έχουν ωριμάσει υπερβολικά: Tα μήλα σάπιζαν πάνω στα δέντρα. Σάπισαν τα πεπόνια. Σαπισμένες ντομάτες αγόρασες; || (επέκτ.): Έχει σαπισμένα δόντια, χαλασμένα από τερη δόνα. β. (μτφ.) βρίσκομαι για μεγάλο διάστημα σε ένα υγρό περιβάλλον που καταστρέφει την υγεία μου: Σαπίσαμε σ΄ αυτό το υπόγειο. Σαπίσαμε από την υγρασία / τη βροχή. || (έκφρ.) σαπίζει στη φυλακή, για κπ. που εκτίει μακροχρόνια ποινή. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σαπίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15