προχωρώ  Verb  [prochoro, proxwrw]

Ähnliche Bedeutung wie προχωρώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze προχωρώ

... Αυστρία απηύθυνε τελεσίγραφο στη Σερβία, η οποία το απέρριψε. Τα γεγονότα προχώρησαν με ταχύ ρυθμό και στις 22 Ιουλίου η Αγγλία εισήλθε στον πόλεμο. Η Ελλάδα ...

... αφελών ψυχών … προφυλαχθήτε από τοιούτους άνδρας». Κι όταν ο Υψηλάντης προχώρησε στην κήρυξη της Επανάστασης, ο Καποδίστριας τον κατηγόρησε ότι με τις ...

... που κατέχοντας το αξίωμα του δημάρχου (tribunus plebis) προσπάθησαν να προχωρήσουν σε αναδασμό της γης των προνομιούχων, παραδίδοντάς την στα χέρια των ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze fortschreiten

... ‚vorrücken‘, ‚voranschreiten‘, ‚Fortschritte machen‘) versteht man das Fortschreiten einer Krankheit (progressiver (oder progredienter) Krankheitsverlauf) ...

... Schürfkübelbaggern gewonnen und die Berge aufgehaldet 4. parallel zum Fortschreiten des Abbaus wird die neue Tagesoberfläche konturiert 5. nach Abschluss ...

... ein Fortschreiten der Krankheit zu verhindern. Von der früher geübten Laserbehandlung ist man inzwischen wieder abgekommen, da sie ein Fortschreiten nicht ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΡΟΧΩΡΩ
I proceed
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προχωράω, προχωρώπροχωράμε, προχωρούμε
προχωράςπροχωράτε
προχωράει, προχωράπροχωράν(ε), προχωρούν(ε)
Imper
fekt
προχωρούσα, προχώραγαπροχωρούσαμε, προχωράγαμε
προχωρούσες, προχώραγεςπροχωρούσατε, προχωράγατε
προχωρούσε, προχώραγεπροχωρούσαν(ε), προχώραγαν, προχωράγανε
Aoristπροχώρησαπροχωρήσαμε
προχώρησεςπροχωρήσατε
προχώρησεπροχώρησαν, προχωρήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω προχωρήσειέχουμε προχωρήσει
έχεις προχωρήσειέχετε προχωρήσει
έχει προχωρήσειέχουν προχωρήσει
Plu
perf
ekt
είχα προχωρήσειείχαμε προχωρήσει
είχες προχωρήσειείχατε προχωρήσει
είχε προχωρήσειείχαν προχωρήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προχωράω, θα προχωρώθα προχωράμε, θα προχωρούμε
θα προχωράςθα προχωράτε
θα προχωράει, θα προχωράθα προχωράν(ε), θα προχωρούν(ε)
Fut
ur
θα προχωρήσωθα προχωρήσουμε, θα προχωρήσομε
θα προχωρήσειςθα προχωρήσετε
θα προχωρήσειθα προχωρήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προχωρήσειθα έχουμε προχωρήσει
θα έχεις προχωρήσειθα έχετε προχωρήσει
θα έχει προχωρήσειθα έχουν προχωρήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προχωράω, να προχωρώνα προχωράμε, να προχωρούμε
να προχωράςνα προχωράτε
να προχωράει, να προχωράνα προχωράν(ε), να προχωρούν(ε)
Aoristνα προχωρήσωνα προχωρήσουμε, να προχωρήσομε
να προχωρήσειςνα προχωρήσετε
να προχωρήσεινα προχωρήσουν(ε)
Perfνα έχω προχωρήσεινα έχουμε προχωρήσει
να έχεις προχωρήσεινα έχετε προχωρήσει
να έχει προχωρήσεινα έχουν προχωρήσει
Imper
ativ
Presπροχώρα, προχώραγεπροχωράτε
Aoristπροχώρησε, προχώραπροχωρήστε
Part
izip
Presπροχωρώντας
Perfέχοντας προχωρήσει
InfinAoristπροχωρήσει






Griechische Definition zu προχωρώ

προχωρώ [proxoró] & -άω .11α μππ. προχωρημένος : 1α. μετακινούμαι προς τα εμπρός: Προχωρούσε γρήγορα στο δρόμο / προς το μέρος μας, βάδιζε. H φάλαγγα των αυτοκινήτων / το πλοίο προχωρούσε αργά. Προχωρήστε μπροστά, μη στέκεστε στην είσοδο. Ο εχθρός προχωρούσε ακάθεκτος. Προχώρησε ως το τέλος του δρόμου, έφτασε. || Προχώρησε το δρόμο ως το τέλος. α1. προπορεύομαι, πηγαίνω μπροστά: Προχώρησε εσύ και εγώ θα σε ακολουθήσω / θα σε φτάσω. α2. συνεχίζω το δρόμο μου: Εμείς σταματήσαμε για να ξεκουραστούμε, εκείνος όμως προχώρη σε. β. για κτ. που εισδύει, που εκτείνεται ως το εσωτερικό κάποιου άλλου χώρου: Mια λωρίδα γης προχωρούσε βαθιά μέσα στη θάλασσα. Ο δρόμος προχωρούσε μέσα στο δάσος. || για κτ. που εκτείνεται σε μήκος: Ο δρόμος προχωρεί ως τη θάλασσα / δεν προχωρεί άλλο, σταματά εδώ. γ. (προφ.) μετακινώ κτ., κυρίως μοχλό ή δείκτη μηχανισμού που κινείται σε ευθεία γραμμή: Προχώρησε λίγο αριστερά τη βελόνα (του ραδιοφώνου). [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu προχωρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15