fortschreiten
 Verb

προχωρώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Ich weiß, dass es sehr schwer für Sie ist. Die Krankheit ihrer Mutter kann leider sehr schnell fortschreiten.Το ξέρω ότι αυτό είναι δύσκολο και, λόγω της φύσης της ασθένειας της μητέρας σας, δυστυχώς τα πράγματα μπορεί να εξελιχθούν πολύ γρήγορα.

Übersetzung nicht bestätigt

"Jeder der glaubt, exponentielles Wachstum könne ewiglich in einer endlichen Welt fortschreiten ist entweder ein Irrer oder ein Ökonom." ~ Kenneth Boulding, Ökonom"Όποιος λέει ότι η εκθετική ανάπτυξη μπορεί να συνεχίζεται για πάντα σε ένα πεπερασμένο κόσμο, είναι είτε τρελός, είτε οικονομολόγος."

Übersetzung nicht bestätigt

Was würde so schnell fortschreiten?Τι θα κινούταν τόσο γρήγορα;

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn wir Recht haben, ist es in den Griff zu bekommen, wird aber fortschreiten.Αν έχουμε δίκιο, αντιμετωπίζεται αλλά θα εξελιχθεί.

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn es eine Infektion ist, bringen wir ihn auf alle Fälle um. Mit neurologischen Symptomen, die so schnell fortschreiten, ist er so oder so tot.Ο κόσμος με αποκαλούσε Παρκ-ινγκ.

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προχωράω, προχωρώπροχωράμε, προχωρούμε
προχωράςπροχωράτε
προχωράει, προχωράπροχωράν(ε), προχωρούν(ε)
Imper
fekt
προχωρούσα, προχώραγαπροχωρούσαμε, προχωράγαμε
προχωρούσες, προχώραγεςπροχωρούσατε, προχωράγατε
προχωρούσε, προχώραγεπροχωρούσαν(ε), προχώραγαν, προχωράγανε
Aoristπροχώρησαπροχωρήσαμε
προχώρησεςπροχωρήσατε
προχώρησεπροχώρησαν, προχωρήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω προχωρήσειέχουμε προχωρήσει
έχεις προχωρήσειέχετε προχωρήσει
έχει προχωρήσειέχουν προχωρήσει
Plu
perf
ekt
είχα προχωρήσειείχαμε προχωρήσει
είχες προχωρήσειείχατε προχωρήσει
είχε προχωρήσειείχαν προχωρήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προχωράω, θα προχωρώθα προχωράμε, θα προχωρούμε
θα προχωράςθα προχωράτε
θα προχωράει, θα προχωράθα προχωράν(ε), θα προχωρούν(ε)
Fut
ur
θα προχωρήσωθα προχωρήσουμε, θα προχωρήσομε
θα προχωρήσειςθα προχωρήσετε
θα προχωρήσειθα προχωρήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προχωρήσειθα έχουμε προχωρήσει
θα έχεις προχωρήσειθα έχετε προχωρήσει
θα έχει προχωρήσειθα έχουν προχωρήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προχωράω, να προχωρώνα προχωράμε, να προχωρούμε
να προχωράςνα προχωράτε
να προχωράει, να προχωράνα προχωράν(ε), να προχωρούν(ε)
Aoristνα προχωρήσωνα προχωρήσουμε, να προχωρήσομε
να προχωρήσειςνα προχωρήσετε
να προχωρήσεινα προχωρήσουν(ε)
Perfνα έχω προχωρήσεινα έχουμε προχωρήσει
να έχεις προχωρήσεινα έχετε προχωρήσει
να έχει προχωρήσεινα έχουν προχωρήσει
Imper
ativ
Presπροχώρα, προχώραγεπροχωράτε
Aoristπροχώρησε, προχώραπροχωρήστε
Part
izip
Presπροχωρώντας
Perfέχοντας προχωρήσει
InfinAoristπροχωρήσει

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback