πληρώνω  Verb  [plirono, plhrwnw]

Ähnliche Bedeutung wie πληρώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze πληρώνω

... δεν πληρώνουν (10-02-2011) news247 Μέτρα αυστηρά και ανεφάρμοστα Ελευθεροτυπία Το κίνημα του δεν πληρώνω δεν πληρώνω tvxs Το κίνημα δεν πληρώνω Τσουρουφλίζουν ...

... «Κίνημα δεν Πληρώνω»». eklogika.gr. http://www.eklogika.gr/news/9274. Ανακτήθηκε στις 06-05-2012.  «Συμφωνία συνεργασίας του Κινήματος Δεν Πληρώνω-Ενιαίο ...

... κάθε επαρχίας. Οι πολίτες της Ρώμης και της Ιταλίας πλήρωναν έμμεσους φόρους, ενώ οι επαρχίες πλήρωναν άμεσους. Οι έμμεσοι φόροι ήταν 4% επί της τιμής των ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zählen

... Alle Teilnehmer hoffen, dass Tatoeba vor Jahresende eine Million Sätze zählen wird. ...

... Wir zählen die Leichen nicht. ...

... Es gibt drei Arten von Leuten auf der Welt: die, die zählen können, und die, die es nicht können. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΠΛΗΡΩΝΩ
I pay
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πληρώνωπληρώνουμε, πληρώνομεπληρώνομαιπληρωνόμαστε
πληρώνειςπληρώνετεπληρώνεσαιπληρώνεστε, πληρωνόσαστε
πληρώνειπληρώνουν(ε)πληρώνεταιπληρώνονται
Imper
fekt
πλήρωναπληρώναμεπληρωνόμουν(α)πληρωνόμαστε, πληρωνόμασταν
πλήρωνεςπληρώνατεπληρωνόσουν(α)πληρωνόσαστε, πληρωνόσασταν
πλήρωνεπλήρωναν, πληρώναν(ε)πληρωνόταν(ε)πληρώνονταν, πληρωνόντανε, πληρωνόντουσαν
Aoristπλήρωσαπληρώσαμεπληρώθηκαπληρωθήκαμε
πλήρωσεςπληρώσατεπληρώθηκεςπληρωθήκατε
πλήρωσεπλήρωσαν, πληρώσαν(ε)πληρώθηκεπληρώθηκαν, πληρωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω πληρώσει
έχω πληρωμένο
έχουμε πληρώσει
έχουμε πληρωμένο
έχω πληρωθεί
είμαι πληρωμένος, -η
έχουμε πληρωθεί
είμαστε πληρωμένοι, -ες
έχεις πληρώσει
έχεις πληρωμένο
έχετε πληρώσει
έχετε πληρωμένο
έχεις πληρωθεί
είσαι πληρωμένος, -η
έχετε πληρωθεί
είστε πληρωμένοι, -ες
έχει πληρώσει
έχει πληρωμένο
έχουν πληρώσει
έχουν πληρωμένο
έχει πληρωθεί
είναι πληρωμένος, -η, -ο
έχουν πληρωθεί
είναι πληρωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα πληρώσει
είχα πληρωμένο
είχαμε πληρώσει
είχαμε πληρωμένο
είχα πληρωθεί
ήμουν πληρωμένος, -η
είχαμε πληρωθεί
ήμαστε πληρωμένοι, -ες
είχες πληρώσει
είχες πληρωμένο
είχατε πληρώσει
είχατε πληρωμένο
είχες πληρωθεί
ήσουν πληρωμένος, -η
είχατε πληρωθεί
ήσαστε πληρωμένοι, -ες
είχε πληρώσει
είχε πληρωμένο
είχαν πληρώσει
είχαν πληρωμένο
είχε πληρωθεί
ήταν πληρωμένος, -η, -ο
είχαν πληρωθεί
ήταν πληρωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πληρώνωθα πληρώνουμε, θα πληρώνομεθα πληρώνομαιθα πληρωνόμαστε
θα πληρώνειςθα πληρώνετεθα πληρώνεσαιθα πληρώνεστε, θα πληρωνόσαστε
θα πληρώνειθα πληρώνουν(ε)θα πληρώνεταιθα πληρώνονται
Fut
ur
θα πληρώσωθα πληρώσουμε, θα πληρώσομεθα πληρωθώθα πληρωθούμε
θα πληρώσειςθα πληρώσετεθα πληρωθείςθα πληρωθείτε
θα πληρώσειθα πληρώσουνθα πληρωθείθα πληρωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πληρώσει
θα έχω πληρωμένο
θα έχουμε πληρώσει
θα έχουμε πληρωμένο
θα έχω πληρωθεί
θα είμαι πληρωμένος, -η
θα έχουμε πληρωθεί
θα είμαστε πληρωμένοι, -ες
θα έχεις πληρώσει
θα έχεις πληρωμένο
θα έχετε πληρώσει
θα έχετε πληρωμένο
θα έχεις πληρωθεί
θα είσαι πληρωμένος, -η
θα έχετε πληρωθεί
θα είστε πληρωμένοι, -ες
θα έχει πληρώσει
θα έχει πληρωμένο
θα έχουν πληρώσει
θα έχουν πληρωμένο
θα έχει πληρωθεί
θα είναι πληρωμένος, -η, -ο
θα έχουν πληρωθεί
θα είναι πληρωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πληρώνωνα πληρώνουμε, να πληρώνομενα πληρώνομαινα πληρωνόμαστε
να πληρώνειςνα πληρώνετενα πληρώνεσαινα πληρώνεστε, να πληρωνόσαστε
να πληρώνεινα πληρώνουν(ε)να πληρώνεταινα πληρώνονται
Aoristνα πληρώσωνα πληρώσουμε, να πληρώσομενα πληρωθώνα πληρωθούμε
να πληρώσειςνα πληρώσετενα πληρωθείςνα πληρωθείτε
να πληρώσεινα πληρώσουν(ε)να πληρωθείνα πληρωθούν(ε)
Perfνα έχω πληρώσει
να έχω πληρωμένο
να έχουμε πληρώσει
να έχουμε πληρωμένο
να έχω πληρωθεί
να είμαι πληρωμένος, -η
να έχουμε πληρωθεί
να είμαστε πληρωμένοι, -ες
να έχεις πληρώσει
να έχεις πληρωμένο
να έχετε πληρώσει
να έχετε πληρωμένο
να έχεις πληρωθεί
να είσαι πληρωμένος, -η
να έχετε πληρωθεί
να είστε πληρωμένοι, -ες
να έχει πληρώσει
να έχει πληρωμένο
να έχουν πληρώσει
να έχουν πληρωμένο
να έχει πληρωθεί
να είναι πληρωμένος, -η, -ο
να έχουν πληρωθεί
να είναι πληρωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπλήρωνεπληρώνετεπληρώνεστε
Aoristπλήρωσεπληρώσετε, πληρώστεπληρώσουπληρωθείτε
Part
izip
Presπληρώνοντας
Perfέχοντας πληρώσει, έχοντας πληρωμένοπληρωμένος, -η, -οπληρωμένοι, -ες, -α
InfinAoristπληρώσειπληρωθεί











Person Wortform
Präsens ich zahle
du zahlst
er, sie, es zahlt
Präteritum ich zahlte
Konjunktiv II ich zahlte
Imperativ Singular zahle!
zahl!
Plural zahlt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gezahlt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:zahlen




Griechische Definition zu πληρώνω

πληρώνω [pdivróno] -ομαι : 1. δίνω, καταβάλλω ένα χρηματικό ποσό: πληρώνω με δόσεις / με επιταγή / με γραμμάτιο / σε ρευστό / τοις μετρητοίς* / εφάπαξ / κάθε μήνα / με συνάλλαγμα / με πιστωτική κάρτα / με γερμανικά μάρκα / σε είδος. Πλήρωσα χίλιες δραχμές για ναύλα. Σε ποιον / πού / πότε θα πληρώσω; Γκαρσόν, να πληρώσω, παρακαλώ! Aκόμα πληρώνω για το διαμέρισμα που αγόρασα. Θα σε πληρώσει η ασφάλειά μου. πληρώνω τα μαλλιά της κεφαλής μου / τα μαλλιοκέφαλά μου, πληρώνω πάρα πολλά. ΦΡ πληρώνω από την τσέπη* μου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πληρώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15