πληρώνω  

  • bezahlen
    upvotedownvote
  • zählen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... δεν πληρώνουν (10-02-2011) news247 Μέτρα αυστηρά και ανεφάρμοστα Ελευθεροτυπία Το κίνημα του δεν πληρώνω δεν πληρώνω tvxs Το κίνημα δεν πληρώνω Τσουρουφλίζουν ...

... «Κίνημα δεν Πληρώνω»». eklogika.gr. http://www.eklogika.gr/news/9274. Ανακτήθηκε στις 06-05-2012.  «Συμφωνία συνεργασίας του Κινήματος Δεν Πληρώνω-Ενιαίο ...

... το κοινωνικά αποδεκτό τίμημα στα διόδια, με αποκορύφωμα το κίνημα "Δεν Πληρώνω" σύμφωνα με το οποίο πρέπει να καταργηθούν όλα τα διόδια της χώρας. Η ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

plirono, plhrwnw


Deutsche Synonyme zu: πληρώνω

retournieren rückvergüten begleichen erstatten ausgleichen zurückgeben herausgeben zurückzahlen bezahlen abgelten blechen ausgeben löhnen hinblättern (etwas) springen lassen in die Tasche greifen abdrücken zahlen rauspfeifen entrichten berappen latzen ablatzen aufkommen (für) (Schaden) regulieren lockermachen (Geldbetrag) bestreiten (Geldbetrag) geben für verausgaben (Verwaltungsdeutsch) begleichen (Rechnung) abführen (Steuern) (die) Zeche zahlen (für) raushauen Geld in die Hand nehmen (journal., polit.) auf den Tisch blättern prästieren (die finanziellen Lasten) tragen finanzieren bestreiten besolden entgelten entschädigen vergelten vergüten entlöhnen (Lohn) auszahlen (Lohn) ausbezahlen abzählen Statistik Datenmaterial Daten bedeutsam groß gewichtig wichtig (sein) wesentlich bedeutend zentral ins Gewicht fallen(d) ankommen auf (es) erheblich relevant von Gewicht maßgeblich von großer Bedeutung von Bedeutung von großer Wichtigkeit von Belang nicht zu unterschätzen Gewicht haben Bedeutung haben von Relevanz entscheidend großgeschrieben werden hoch im Kurs stehen nicht zu vernachlässigen (sein)


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
πληρώσει
μετοχή (ενεστώτας)
πληρώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πληρώνω πληρώνεις πληρώνει πληρώνο(υ)με πληρώνετε πληρώνουν(ε)
παρατατικός πλήρωνα πλήρωνες πλήρωνε πληρώναμε πληρώνατε πλήρωναν, πληρώναν(ε)
αόριστος πλήρωσα πλήρωσες πλήρωσε πληρώσαμε πληρώσατε πλήρωσαν, πληρώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα πληρώνω θα πληρώνεις θα πληρώνει θα πληρώνο(υ)με θα πληρώνετε θα πληρώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα πληρώσω θα πληρώσεις θα πληρώσει θα πληρώσο(υ)με θα πληρώσετε θα πληρώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω πληρώσει έχεις πληρώσει έχει πληρώσει έχο(υ)με πληρώσει έχετε πληρώσει έχουν(ε) πληρώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα πληρώσει είχες πληρώσει είχε πληρώσει είχαμε πληρώσει είχατε πληρώσει είχαν(ε) πληρώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω πληρώσει θα έχεις πληρώσει θα έχει πληρώσει θα έχο(υ)με πληρώσει θα έχετε πληρώσει θα έχουν(ε) πληρώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να πληρώνω να πληρώνεις να πληρώνει να πληρώνο(υ)με να πληρώνετε να πληρώνουν(ε)
αόριστος να πληρώσω να πληρώσεις να πληρώσει να πληρώσο(υ)με να πληρώσετε να πληρώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω πληρώσει να έχεις πληρώσει να έχει πληρώσει να έχο(υ)με πληρώσει να έχετε πληρώσει να έχουν(ε) πληρώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πλήρωνε πληρώνετε
αόριστος πλήρωσε πληρώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15