περιορίζω  Verb  [periorizo, periorizw]

Ähnliche Bedeutung wie περιορίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze περιορίζω

... Ελλάδα, είναι κυρίως έμμετρη, με την καλλιέργεια του πεζού λόγου να περιορίζεται στην εκκλησιαστική ρητορική και σε αφηγήσεις αγιολογικού περιεχομένου ...

... τη μορφή διακυβέρνησης υιοθετώντας το δημοκρατικό πολίτευμα, το οποίο περιόριζε τη δύναμη των κυβερνώντων.Η ρωμαϊκή παράδοση, όπως και οι αποδείξεις που ...

... οι διαιτητές έχουν στη φανέλα τους το λογότυπο του χορηγού, αν και περιορίζονται συνήθως στα μανίκια. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία ενός ρούχου ειδικά αφιερωμένου ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΕΡΙΟΡΙΖΩ
I confine
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
περιορίζωπεριορίζουμε, περιορίζομεπεριορίζομαιπεριοριζόμαστε
περιορίζειςπεριορίζετεπεριορίζεσαιπεριορίζεστε, περιοριζόσαστε
περιορίζειπεριορίζουν(ε)περιορίζεταιπεριορίζονται
Imper
fekt
περιόριζαπεριορίζαμεπεριοριζόμουν(α)περιοριζόμαστε, περιοριζόμασταν
περιόριζεςπεριορίζατεπεριοριζόσουν(α)περιοριζόσαστε, περιοριζόσασταν
περιόριζεπεριόριζαν, περιορίζαν(ε)περιοριζόταν(ε)περιορίζονταν, περιοριζόντανε, περιοριζόντουσαν
Aoristπεριόρισαπεριορίσαμεπεριορίστηκαπεριοριστήκαμε
περιόρισεςπεριορίσατεπεριορίστηκεςπεριοριστήκατε
περιόρισεπεριόρισαν, περιορίσαν(ε)περιορίστηκεπεριορίστηκαν, περιοριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω περιορίσει
έχω περιορισμένο
έχουμε περιορίσει
έχουμε περιορισμένο
έχω περιοριστεί
είμαι περιορισμένος, -η
έχουμε περιοριστεί
είμαστε περιορισμένοι, -ες
έχεις περιορίσει
έχεις περιορισμένο
έχετε περιορίσει
έχετε περιορισμένο
έχεις περιοριστεί
είσαι περιορισμένος, -η
έχετε περιοριστεί
είστε περιορισμένοι, -ες
έχει περιορίσει
έχει περιορισμένο
έχουν περιορίσει
έχουν περιορισμένο
έχει περιοριστεί
είναι περιορισμένος, -η, -ο
έχουν περιοριστεί
είναι περιορισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα περιορίσει
είχα περιορισμένο
είχαμε περιορίσει
είχαμε περιορισμένο
είχα περιοριστεί
ήμουν περιορισμένος, -η
είχαμε περιοριστεί
ήμαστε περιορισμένοι, -ες
είχες περιορίσει
είχες περιορισμένο
είχατε περιορίσει
είχατε περιορισμένο
είχες περιοριστεί
ήσουν περιορισμένος, -η
είχατε περιοριστεί
ήσαστε περιορισμένοι, -ες
είχε περιορίσει
είχε περιορισμένο
είχαν περιορίσει
είχαν περιορισμένο
είχε περιοριστεί
ήταν περιορισμένος, -η, -ο
είχαν περιοριστεί
ήταν περιορισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα περιορίζωθα περιορίζουμε, θα περιορίζομεθα περιορίζομαιθα περιοριζόμαστε
θα περιορίζειςθα περιορίζετεθα περιορίζεσαιθα περιορίζεστε, θα περιοριζόσαστε
θα περιορίζειθα περιορίζουν(ε)θα περιορίζεταιθα περιορίζονται
Fut
ur
θα περιορίσωθα περιορίσουμε, θα περιορίζομεθα περιοριστώθα περιοριστούμε
θα περιορίσειςθα περιορίσετεθα περιοριστείςθα περιοριστείτε
θα περιορίσειθα περιορίσουν(ε)θα περιοριστείθα περιοριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω περιορίσει
θα έχω περιορισμένο
θα έχουμε περιορίσει
θα έχουμε περιορισμένο
θα έχω περιοριστεί
θα είμαι περιορισμένος, -η
θα έχουμε περιοριστεί
θα είμαστε περιορισμένοι, -ες
θα έχεις περιορίσει
θα έχεις περιορισμένο
θα έχετε περιορίσει
θα έχετε περιορισμένο
θα έχεις περιοριστεί
θα είσαι περιορισμένος, -η
θα έχετε περιοριστεί
θα είστε περιορισμένοι, -ες
θα έχει περιορίσει
θα έχει περιορισμένο
θα έχουν περιορίσει
θα έχουν περιορισμένο
θα έχει περιοριστεί
θα είναι περιορισμένος, -η, -ο
θα έχουν περιοριστεί
θα είναι περιορισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να περιορίζωνα περιορίζουμε, να περιορίζομενα περιορίζομαινα περιοριζόμαστε
να περιορίζειςνα περιορίζετενα περιορίζεσαινα περιορίζεστε, να περιοριζόσαστε
να περιορίζεινα περιορίζουν(ε)να περιορίζεταινα περιορίζονται
Aoristνα περιορίσωνα περιορίσουμε, να περιορίσομενα περιοριστώνα περιοριστούμε
να περιορίσειςνα περιορίσετενα περιοριστείςνα περιοριστείτε
να περιορίσεινα περιορίσουν(ε)να περιοριστείνα περιοριστούν(ε)
Perfνα έχω περιορίσει
να έχω περιορισμένο
να έχουμε περιορίσει
να έχουμε περιορισμένο
να έχω περιοριστεί
να είμαι περιορισμένος, -η
να έχουμε περιοριστεί
να είμαστε περιορισμένοι, -ες
να έχεις περιορίσει
να έχεις περιορισμένο
να έχετε περιορίσει
να έχετε περιορισμένο
να έχεις περιοριστεί
να είσαι περιορισμένος, -η
να έχετε περιοριστεί
να είστε περιορισμένοι, -ες
να έχει περιορίσει
να έχει περιορισμένο
να έχουν περιορίσει
να έχουν περιορισμένο
να έχει περιοριστεί
να είναι περιορισμένος, -η, -ο
να έχουν περιοριστεί
να είναι περιορισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπεριόριζεπεριορίζετεπεριορίζεστε
Aoristπεριόρισεπεριορίστεπεριορίσουπεριοριστείτε
Part
izip
Presπεριορίζονταςπεριοριζόμενος
Perfέχοντας περιορίσει, έχοντας περιορισμένοπεριορισμένος, -η, -οπεριορισμένοι, -ες, -α
InfinAoristπεριορίσειπεριοριστεί














Griechische Definition zu περιορίζω

περιορίζω [periorízo] -ομαι : βάζω κτ. μέσα σε όρια, το περικλείνω σε όρια. 1. βάζω φραγμό σε κτ. και εμποδίζω την επέκτασή του, τη διάδο σή του, την ανάπτυξή του, την αύξησή του: Δυνάμεις της πυροσβεστικής αγωνίζονται να περιορίσουν την πυρκαγιά, να ελέγξουν. Ένας ψηλός τοίχος περιόριζε τη θέα, εμπόδιζε. Προσπάθησα να περιορίσω τα έξοδά μου, να εμποδίσω την αύξησή τους πέρα από ένα όριο ή να τα ελαττώσω. || Περιόρισε όσο μπορείς το κάπνισμα / το πολύ φαγητό, ελάττωσε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu περιορίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15