eindämmen
 Verb

περιορίζω Verb
(1)
καταστέλλω Verb
(0)
φράζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Dort steht "eindämmen".Εκεί λέει "περιορίζω", ακριβώς πάνω απ' το κεφάλι σας.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
περιορίζωπεριορίζουμε, περιορίζομεπεριορίζομαιπεριοριζόμαστε
περιορίζειςπεριορίζετεπεριορίζεσαιπεριορίζεστε, περιοριζόσαστε
περιορίζειπεριορίζουν(ε)περιορίζεταιπεριορίζονται
Imper
fekt
περιόριζαπεριορίζαμεπεριοριζόμουν(α)περιοριζόμαστε, περιοριζόμασταν
περιόριζεςπεριορίζατεπεριοριζόσουν(α)περιοριζόσαστε, περιοριζόσασταν
περιόριζεπεριόριζαν, περιορίζαν(ε)περιοριζόταν(ε)περιορίζονταν, περιοριζόντανε, περιοριζόντουσαν
Aoristπεριόρισαπεριορίσαμεπεριορίστηκαπεριοριστήκαμε
περιόρισεςπεριορίσατεπεριορίστηκεςπεριοριστήκατε
περιόρισεπεριόρισαν, περιορίσαν(ε)περιορίστηκεπεριορίστηκαν, περιοριστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω περιορίσει
έχω περιορισμένο
έχουμε περιορίσει
έχουμε περιορισμένο
έχω περιοριστεί
είμαι περιορισμένος, -η
έχουμε περιοριστεί
είμαστε περιορισμένοι, -ες
έχεις περιορίσει
έχεις περιορισμένο
έχετε περιορίσει
έχετε περιορισμένο
έχεις περιοριστεί
είσαι περιορισμένος, -η
έχετε περιοριστεί
είστε περιορισμένοι, -ες
έχει περιορίσει
έχει περιορισμένο
έχουν περιορίσει
έχουν περιορισμένο
έχει περιοριστεί
είναι περιορισμένος, -η, -ο
έχουν περιοριστεί
είναι περιορισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα περιορίσει
είχα περιορισμένο
είχαμε περιορίσει
είχαμε περιορισμένο
είχα περιοριστεί
ήμουν περιορισμένος, -η
είχαμε περιοριστεί
ήμαστε περιορισμένοι, -ες
είχες περιορίσει
είχες περιορισμένο
είχατε περιορίσει
είχατε περιορισμένο
είχες περιοριστεί
ήσουν περιορισμένος, -η
είχατε περιοριστεί
ήσαστε περιορισμένοι, -ες
είχε περιορίσει
είχε περιορισμένο
είχαν περιορίσει
είχαν περιορισμένο
είχε περιοριστεί
ήταν περιορισμένος, -η, -ο
είχαν περιοριστεί
ήταν περιορισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα περιορίζωθα περιορίζουμε, θα περιορίζομεθα περιορίζομαιθα περιοριζόμαστε
θα περιορίζειςθα περιορίζετεθα περιορίζεσαιθα περιορίζεστε, θα περιοριζόσαστε
θα περιορίζειθα περιορίζουν(ε)θα περιορίζεταιθα περιορίζονται
Fut
ur
θα περιορίσωθα περιορίσουμε, θα περιορίζομεθα περιοριστώθα περιοριστούμε
θα περιορίσειςθα περιορίσετεθα περιοριστείςθα περιοριστείτε
θα περιορίσειθα περιορίσουν(ε)θα περιοριστείθα περιοριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω περιορίσει
θα έχω περιορισμένο
θα έχουμε περιορίσει
θα έχουμε περιορισμένο
θα έχω περιοριστεί
θα είμαι περιορισμένος, -η
θα έχουμε περιοριστεί
θα είμαστε περιορισμένοι, -ες
θα έχεις περιορίσει
θα έχεις περιορισμένο
θα έχετε περιορίσει
θα έχετε περιορισμένο
θα έχεις περιοριστεί
θα είσαι περιορισμένος, -η
θα έχετε περιοριστεί
θα είστε περιορισμένοι, -ες
θα έχει περιορίσει
θα έχει περιορισμένο
θα έχουν περιορίσει
θα έχουν περιορισμένο
θα έχει περιοριστεί
θα είναι περιορισμένος, -η, -ο
θα έχουν περιοριστεί
θα είναι περιορισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να περιορίζωνα περιορίζουμε, να περιορίζομενα περιορίζομαινα περιοριζόμαστε
να περιορίζειςνα περιορίζετενα περιορίζεσαινα περιορίζεστε, να περιοριζόσαστε
να περιορίζεινα περιορίζουν(ε)να περιορίζεταινα περιορίζονται
Aoristνα περιορίσωνα περιορίσουμε, να περιορίσομενα περιοριστώνα περιοριστούμε
να περιορίσειςνα περιορίσετενα περιοριστείςνα περιοριστείτε
να περιορίσεινα περιορίσουν(ε)να περιοριστείνα περιοριστούν(ε)
Perfνα έχω περιορίσει
να έχω περιορισμένο
να έχουμε περιορίσει
να έχουμε περιορισμένο
να έχω περιοριστεί
να είμαι περιορισμένος, -η
να έχουμε περιοριστεί
να είμαστε περιορισμένοι, -ες
να έχεις περιορίσει
να έχεις περιορισμένο
να έχετε περιορίσει
να έχετε περιορισμένο
να έχεις περιοριστεί
να είσαι περιορισμένος, -η
να έχετε περιοριστεί
να είστε περιορισμένοι, -ες
να έχει περιορίσει
να έχει περιορισμένο
να έχουν περιορίσει
να έχουν περιορισμένο
να έχει περιοριστεί
να είναι περιορισμένος, -η, -ο
να έχουν περιοριστεί
να είναι περιορισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπεριόριζεπεριορίζετεπεριορίζεστε
Aoristπεριόρισεπεριορίστεπεριορίσουπεριοριστείτε
Part
izip
Presπεριορίζονταςπεριοριζόμενος
Perfέχοντας περιορίσει, έχοντας περιορισμένοπεριορισμένος, -η, -οπεριορισμένοι, -ες, -α
InfinAoristπεριορίσειπεριοριστεί




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φράζωφράζουμε, φράζομεφράζομαιφραζόμαστε
φράζειςφράζετεφράζεσαιφράζεστε, φραζόσαστε
φράζειφράζουν(ε)φράζεταιφράζονται
Imper
fekt
έφραζαφράζαμεφραζόμουν(α)φραζόμαστε, φραζόμασταν
έφραζεςφράζατεφραζόσουν(α)φραζόσαστε, φραζόσασταν
έφραζεέφραζαν, φράζαν(ε)φραζόταν(ε)φράζονταν, φραζόντανε, φραζόντουσαν
Aoristέφραξαφράξαμεφράχτηκαφραχτήκαμε
έφραξεςφράξατεφράχτηκεςφραχτήκατε
έφραξεέφραξαν, φράξαν(ε)φράχτηκεφράχτηκαν, φραχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω φράξει
έχω φραγμένο
έχουμε φράξει
έχουμε φραγμένο
έχω φραχτεί
είμαι φραγμένος, -η
έχουμε φραχτεί
είμαστε φραγμένοι, -ες
έχεις φράξει
έχεις φραγμένο
έχετε φράξει
έχετε φραγμένο
έχεις φραχτεί
είσαι φραγμένος, -η
έχετε φραχτεί
είστε φραγμένοι, -ες
έχει φράξει
έχει φραγμένο
έχουν φράξει
έχουν φραγμένο
έχει φραχτεί
είναι φραγμένος, -η, -ο
έχουν φραχτεί
είναι φραγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα φράξει
είχα φραγμένο
είχαμε φράξει
είχαμε φραγμένο
είχα φραχτεί
ήμουν φραγμένος, -η
είχαμε φραχτεί
ήμαστε φραγμένοι, -ες
είχες φράξει
είχες φραγμένο
είχατε φράξει
είχατε φραγμένο
είχες φραχτεί
ήσουν φραγμένος, -η
είχατε φραχτεί
ήσαστε φραγμένοι, -ες
είχε φράξει
είχε φραγμένο
είχαν φράξει
είχαν φραγμένο
είχε φραχτεί
ήταν φραγμένος, -η, -ο
είχαν φραχτεί
ήταν φραγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φράζωθα φράζουμε, θα φράζομεθα φράζομαιθα φραζόμαστε
θα φράζειςθα φράζετεθα φράζεσαιθα φράζεστε, θα φραζόσατε
θα φράζειθα φράζουν(ε)θα φράζεταιθα φράζονται
Fut
ur
θα φράξωθα φράξουμε, θα φράξομεθα φραχτώθα φραχτούμε
θα φράξειςθα φράξετεθα φραχτείςθα φραχτείτε
θα φράξειθα φράξουν(ε)θα φραχτείθα φραχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φράξει
θα έχω φραγμένο
θα έχουμε φράξει
θα έχουμε φραγμένο
θα έχω φραχτεί
θα είμαι φραγμένος, -η
θα έχουμε φραχτεί
θα είμαστε φραγμένοι, -ες
θα έχεις φράξει
θα έχεις φραγμένο
θα έχετε φράξει
θα έχετε φραγμένο
θα έχεις φραχτεί
θα είσαι φραγμένος, -η
θα έχετε φραχτεί
θα είστε φραγμένοι, -ες
θα έχει φράξει
θα έχει φραγμένο
θα έχουν φράξει
θα έχουν φραγμένο
θα έχει φραχτεί
θα είναι φραγμένος, -η, -ο
θα έχουν φραχτεί
θα είναι φραγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φράζωνα φράζουμε, να φράζομενα φράζομαινα φραζόμαστε
να φράζειςνα φράζετενα φράζεσαινα φράζεστε
να φραζόσαστε
να φράζεινα φράζουν(ε)να φράζεταινα φράζονται
Aoristνα φράξωνα φράξουμε, να φράξομενα φραχτώνα φραχτούμε
να φράξειςνα φράξετενα φραχτείςνα φραχτείτε
να φράξεινα φράξουννα φραχτείνα φραχτούν(ε)
Perfνα έχω φράξει
να έχω φραγμένο
να έχουμε φράξει
να έχουμε φραγμένο
να έχω φραχτεί
να είμαι φραγμένος, -η
να έχουμε φραχτεί
να είμαστε φραγμένοι, -ες
να έχεις φράξει
να έχεις φραγμένο
να έχετε φράξει
να έχετε φραγμένο
να έχεις φραχτεί
να είσαι φραγμένος, -η
να έχετε φραχτεί
να είστε φραγμένοι, -ες
να έχει φράξει
να έχει φραγμένο
να έχουν φράξει
να έχουν φραγμένο
να έχει φραχτεί
να είναι φραγμένος, -η, -ο
να έχουν φραχτεί
να είναι φραγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφράζεφράζετεφράζεστε
Aoristφράξεφράξτε, φράχτεφράξουφραχτείτε
Part
izip
Presφράζοντας
Perfέχοντας φράξει, έχοντας φραγμένοφραγμένος, -η, -οφραγμένοι, -ες, -α
InfinAoristφράξειφραχτεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback