φράζω  Verb  [frazo, frazw]

Ähnliche Bedeutung wie φράζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze verstellen

... Wer sich nicht zu verstellen weiß, weiß nicht zu herrschen. ...

... Wer spät im Leben sich verstellen lernt, der hat den Schein der Ehrlichkeit voraus. ...

... Tacitus berichtet in der Germania, die Germanen berieten sich beim Weine, da man sich betrunken nicht verstellen könne. ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik



ΦΡΑΖΩ
I enclose
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φράζωφράζουμε, φράζομεφράζομαιφραζόμαστε
φράζειςφράζετεφράζεσαιφράζεστε, φραζόσαστε
φράζειφράζουν(ε)φράζεταιφράζονται
Imper
fekt
έφραζαφράζαμεφραζόμουν(α)φραζόμαστε, φραζόμασταν
έφραζεςφράζατεφραζόσουν(α)φραζόσαστε, φραζόσασταν
έφραζεέφραζαν, φράζαν(ε)φραζόταν(ε)φράζονταν, φραζόντανε, φραζόντουσαν
Aoristέφραξαφράξαμεφράχτηκαφραχτήκαμε
έφραξεςφράξατεφράχτηκεςφραχτήκατε
έφραξεέφραξαν, φράξαν(ε)φράχτηκεφράχτηκαν, φραχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω φράξει
έχω φραγμένο
έχουμε φράξει
έχουμε φραγμένο
έχω φραχτεί
είμαι φραγμένος, -η
έχουμε φραχτεί
είμαστε φραγμένοι, -ες
έχεις φράξει
έχεις φραγμένο
έχετε φράξει
έχετε φραγμένο
έχεις φραχτεί
είσαι φραγμένος, -η
έχετε φραχτεί
είστε φραγμένοι, -ες
έχει φράξει
έχει φραγμένο
έχουν φράξει
έχουν φραγμένο
έχει φραχτεί
είναι φραγμένος, -η, -ο
έχουν φραχτεί
είναι φραγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα φράξει
είχα φραγμένο
είχαμε φράξει
είχαμε φραγμένο
είχα φραχτεί
ήμουν φραγμένος, -η
είχαμε φραχτεί
ήμαστε φραγμένοι, -ες
είχες φράξει
είχες φραγμένο
είχατε φράξει
είχατε φραγμένο
είχες φραχτεί
ήσουν φραγμένος, -η
είχατε φραχτεί
ήσαστε φραγμένοι, -ες
είχε φράξει
είχε φραγμένο
είχαν φράξει
είχαν φραγμένο
είχε φραχτεί
ήταν φραγμένος, -η, -ο
είχαν φραχτεί
ήταν φραγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φράζωθα φράζουμε, θα φράζομεθα φράζομαιθα φραζόμαστε
θα φράζειςθα φράζετεθα φράζεσαιθα φράζεστε, θα φραζόσατε
θα φράζειθα φράζουν(ε)θα φράζεταιθα φράζονται
Fut
ur
θα φράξωθα φράξουμε, θα φράξομεθα φραχτώθα φραχτούμε
θα φράξειςθα φράξετεθα φραχτείςθα φραχτείτε
θα φράξειθα φράξουν(ε)θα φραχτείθα φραχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φράξει
θα έχω φραγμένο
θα έχουμε φράξει
θα έχουμε φραγμένο
θα έχω φραχτεί
θα είμαι φραγμένος, -η
θα έχουμε φραχτεί
θα είμαστε φραγμένοι, -ες
θα έχεις φράξει
θα έχεις φραγμένο
θα έχετε φράξει
θα έχετε φραγμένο
θα έχεις φραχτεί
θα είσαι φραγμένος, -η
θα έχετε φραχτεί
θα είστε φραγμένοι, -ες
θα έχει φράξει
θα έχει φραγμένο
θα έχουν φράξει
θα έχουν φραγμένο
θα έχει φραχτεί
θα είναι φραγμένος, -η, -ο
θα έχουν φραχτεί
θα είναι φραγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φράζωνα φράζουμε, να φράζομενα φράζομαινα φραζόμαστε
να φράζειςνα φράζετενα φράζεσαινα φράζεστε
να φραζόσαστε
να φράζεινα φράζουν(ε)να φράζεταινα φράζονται
Aoristνα φράξωνα φράξουμε, να φράξομενα φραχτώνα φραχτούμε
να φράξειςνα φράξετενα φραχτείςνα φραχτείτε
να φράξεινα φράξουννα φραχτείνα φραχτούν(ε)
Perfνα έχω φράξει
να έχω φραγμένο
να έχουμε φράξει
να έχουμε φραγμένο
να έχω φραχτεί
να είμαι φραγμένος, -η
να έχουμε φραχτεί
να είμαστε φραγμένοι, -ες
να έχεις φράξει
να έχεις φραγμένο
να έχετε φράξει
να έχετε φραγμένο
να έχεις φραχτεί
να είσαι φραγμένος, -η
να έχετε φραχτεί
να είστε φραγμένοι, -ες
να έχει φράξει
να έχει φραγμένο
να έχουν φράξει
να έχουν φραγμένο
να έχει φραχτεί
να είναι φραγμένος, -η, -ο
να έχουν φραχτεί
να είναι φραγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφράζεφράζετεφράζεστε
Aoristφράξεφράξτε, φράχτεφράξουφραχτείτε
Part
izip
Presφράζοντας
Perfέχοντας φράξει, έχοντας φραγμένοφραγμένος, -η, -οφραγμένοι, -ες, -α
InfinAoristφράξειφραχτεί








Griechische Definition zu φράζω

φράζω [frázo] -ομαι : 1. κλείνω με φράχτη μια έκταση, ένα χώρο (για να τον οριοθετήσω, να τον προφυλάξω, να τον ασφαλίσω): Έφραξαν το χωράφι με σύρματα και πασσάλους. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φράζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15