παραγγέλλω Verb  [parangello, paraggellw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu παραγγέλλω

παραγγέλλω altgriechisch παραγγέλλω παρά + ἀγγέλλω ἄγγελος


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu παραγγέλλω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παραγγέλλωπαραγγέλλουμε, παραγγέλλομεπαραγγέλλομαιπαραγγελλόμαστε
παραγγέλλειςπαραγγέλλετεπαραγγέλλεσαιπαραγγέλλεστε, παραγγελλόσαστε
παραγγέλλειπαραγγέλλουν(ε)παραγγέλλεταιπαραγγέλλονται
Imper
fekt
παράγγελλα, παρήγγελλαπαραγγέλλαμεπαραγγελλόμουν(α)παραγγελλόμαστε, παραγγελλόμασταν
παράγγελλες, παρήγγελλεςπαραγγέλλατεπαραγγελλόσουν(α)παραγγελλόσαστε, παραγγελλόσασταν
παράγγελλε, παρήγγελλεπαράγγελλαν, παραγγέλλαν(ε), παρήγγελλανπαραγγελλόταν(ε)παραγγέλλονταν, παραγγελλόντανε, παραγγελλόντουσπαρ
Aoristπαράγγειλα, παρήγγειλαπαραγγείλαμεπαραγγέλθηκαπαραγγελθήκαμε
παράγγειλες, παρήγγειλεςπαραγγείλατεπαραγγέλθηκεςπαραγγελθήκατε
παράγγειλε, παρήγγειλεπαράγγειλαν, παραγγείλαν(ε), παρήγγειλανπαραγγέλθηκεπαραγγέλθηκαν, παραγγελθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω παραγγείλει
έχω παραγγελεμένο
έχουμε παραγγείλει
έχουμε παραγγελεμένο
έχω παραγγελθεί
είμαι παραγγελεμένος, -η
έχουμε παραγγελθεί
είμαστε παραγγελεμένοι, -ες
έχεις παραγγείλει
έχεις παραγγελεμένο
έχετε παραγγείλει
έχεις παραγγελεμένο
έχεις παραγγελθεί
είσαι παραγγελεμένος, -η
έχετε παραγγελθεί
είστε παραγγελεμένοι, -ες
έχει παραγγείλει
έχει παραγγελεμένο
έχουν παραγγείλει
έχουν παραγγελεμένο
έχει παραγγελθεί
είναι παραγγελεμένος, -η, -ο
έχουν παραγγελθεί
είναι παραγγελεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα παραγγείλει
είχα παραγγελεμένο
είχαμε παραγγείλει
είχαμε παραγγελεμένο
είχα παραγγελθεί
ήμουν παραγγελεμένος, -η
είχαμε παραγγελθεί
ήμαστε παραγγελεμένοι, -ες
είχες παραγγείλει
είχες παραγγελεμένο
είχατε παραγγείλει
είχατε παραγγελεμένο
είχες παραγγελθεί
ήσουν παραγγελεμένος, -η
είχατε παραγγελθεί
ήσαστε παραγγελεμένοι, -ες
είχε παραγγείλει
είχε παραγγελεμένο
είχαν παραγγείλει
είχαν παραγγελεμένο
είχε παραγγελθεί
ήταν παραγγελεμένος, -η, -ο
είχαν παραγγελθεί
ήταν παραγγελεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παραγγέλλωθα παραγγέλλουμε, θα παραγγέλλομεθα παραγγέλλομαιθα παραγγελλόμαστε
θα παραγγέλλειςθα παραγγέλλετεθα παραγγέλλεσαιθα παραγγέλλεστε, θα παραγγελλόσαστε
θα παραγγέλλειθα παραγγέλλουν(ε)θα παραγγέλλεταιθα παραγγέλλονται
Fut
ur
θα παραγγείλωθα παραγγείλουμε, θα παραγγείλομεθα παραγγελθώθα παραγγελθούμε
θα παραγγείλειςθα παραγγείλετεθα παραγγελθείςθα παραγγελθείτε
θα παραγγείλειθα παραγγείλουν(ε)θα παραγγελθείθα παραγγελθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παραγγείλει
θα έχω παραγγελεμένο
θα έχουμε παραγγείλει
θα έχουμε παραγγελεμένο
θα έχω παραγγελθεί
θα είμαι παραγγελεμένος, -η
θα έχουμε παραγγελθεί
θα είμαστε παραγγελεμένοι, -ες
θα έχεις παραγγείλει
θα έχεις παραγγελεμένο
θα έχετε παραγγείλει
θα έχετε παραγγελεμένο
θα έχεις παραγγελθεί
θα είσαι παραγγελεμένος, -η
θα έχετε παραγγελθεί
θα είστε παραγγελεμένοι, -ες
θα έχει παραγγείλει
θα έχει παραγγελεμένο
θα έχουν παραγγείλει
θα έχουν παραγγελεμένο
θα έχει παραγγελθεί
θα είναι παραγγελεμένος, -η, -ο
θα έχουν παραγγελθεί
θα είναι παραγγελεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παραγγέλλωνα παραγγέλλουμε, να παραγγέλλομενα παραγγέλλομαινα παραγγελλόμαστε
να παραγγέλλειςνα παραγγέλλετενα παραγγέλλεσαινα παραγγέλλεστε, να παραγγελλόσαστε
να παραγγέλλεινα παραγγέλλουν(ε)να παραγγέλλεταινα παραγγέλλονται
Aoristνα παραγγείλωνα παραγγείλουμε, να παραγγείλομενα παραγγελθώνα παραγγελθούμε
να παραγγείλειςνα παραγγείλετενα παραγγελθείςνα παραγγελθείτε
να παραγγείλεινα παραγγείλουν(ε)να παραγγελθείνα παραγγελθούν(ε)
Perfνα έχω παραγγείλει
να έχω παραγγελεμένο
να έχουμε παραγγείλει
να έχουμε παραγγελεμένο
να έχω παραγγελθεί
να είμαι παραγγελεμένος, -η
να έχουμε παραγγελθεί
να είμαστε παραγγελεμένοι, -ες
να έχεις παραγγείλει
να έχεις παραγγελεμένο
να έχετε παραγγείλει
να έχετε παραγγελεμένο
να έχεις παραγγελθεί
να είσαι παραγγελεμένος, -η
να έχετε παραγγελθεί
να είστε παραγγελεμένοι, -ες
να έχει παραγγείλει
να έχει παραγγελεμένο
να έχουν παραγγείλει
να έχουν παραγγελεμένο
να έχει παραγγελθεί
να είναι παραγγελεμένος, -η, -ο
να έχουν παραγγελθεί
να είναι παραγγελεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπαράγγελλεπαραγγέλλετεπαραγγέλλεστε
Aoristπαράγγειλεπαραγγείλετε, παραγγείλτεπαραγγελθείτε
Part
izip
Presπαραγγέλλοντας
Perfέχοντας παραγγείλει, έχοντας παραγγελεμένοπαραγγελεμένος, -η, -οπαραγγελεμένοι, -ες, -α
InfinAoristπαραγγείλειπαραγγελθεί











Griechische Definition zu παραγγέλλω

παραγγέλλω [parangélo] -ομαι Ρ πρτ. παρήγγελλα και παράγγελλα, αόρ. παρήγγειλα, απαρέμφ. παραγγείλει, παθ. αόρ. παραγγέλθηκα, απαρέμφ. παραγγελθεί, μππ. παραγγελμένος & παραγγέλνω [parangélno] -ομαι Ρ πρτ. παράγγελνα, αόρ. παράγγειλα, απαρέμφ. παραγγείλει, παθ. αόρ. παραγγέλθηκα, απαρέμφ. παραγγελθεί, μππ. παραγγελμένος : 1. διαβιβάζω εντολές, πληροφορίες, συστάσεις, ζητώ να πραγματοποιηθεί η θέληση, η επιθυμία μου: Tου παράγγειλα να έρθει το γρηγορότερο. Mου παρήγγειλε πως θέλει να με δει. Tους παράγγειλα να μην ξεκινήσουν, γιατί ο καιρός χάλασε. Ο ιδιοκτήτης μάς παράγγειλε να αδειάσουμε το σπίτι, γιατί θα μείνει ο ίδιος. || δίνω εντολή στο σερβιτόρο να μου φέρει κτ.: Έχω παραγγείλει ένα μπιφτέκι και σαλάτα. Tι θα παραγγείλετε παρακαλώ; Παράγγειλέ μου έναν καφέ. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback