μετρώ Verb  [metro, metrw]

  Verb
(9)
  Verb
(2)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu μετρώ

μετρώ Etymologie fehlt


GriechischDeutsch
Ως φυσικός, δεν κοιτάζω μόνο τα κείμενα, αλλά μετρώ ή βάζω άλλους να μετρήσουν και διαπιστώνω ότι σήμερα παράγεται περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα απ' ό, τι πριν από έναν χρόνο.Als Physiker schaue ich mir nicht nur die Texte an, sondern messe auch oder lasse andere messen, und ich stelle fest, es wird heute mehr CO2 erzeugt als vor einem Jahr.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu μετρώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μετράω, μετρώμετράμε, μετρούμεμετριέμαιμετριόμαστε
μετράςμετράτεμετριέσαιμετριέστε, μετριόσαστε
μετράει, μετράμετράν(ε), μετρούν(ε)μετριέταιμετριούνται, μετριόνται
Imper
fekt
μετρούσα, μέτραγαμετρούσαμε, μετράγαμεμετριόμουν(α)μετριόμαστε, μετριόμασταν
μετρούσες, μέτραγεςμετρούσατε, μετράγατεμετριόσουν(α)μετριόσαστε, μετριόσασταν
μετρούσε, μέτραγεμετρούσαν(ε), μέτραγαν, μετράγανεμετριόταν(ε)μετριόνταν(ε), μετριούνταν, μετριόντουσαν
Aoristμέτρησαμετρήσαμεμετρήθηκαμετρηθήκαμε
μέτρησεςμετρήσατεμετρήθηκεςμετρηθήκατε
μέτρησεμέτρησαν, μετρήσαν(ε)μετρήθηκεμετρήθηκαν, μετρηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω μετρήσει
έχω μετρημένο
έχουμε μετρήσει
έχουμε μετρημένο
έχω μετρηθεί
είμαι μετρημένος, -η
έχουμε μετρηθεί
είμαστε μετρημένοι, -ες
έχεις μετρήσει
έχεις μετρημένο
έχετε μετρήσει
έχετε μετρημένο
έχεις μετρηθεί
είσαι μετρημένος, -η
έχετε μετρηθεί
είστε μετρημένοι, -ες
έχει μετρήσει
έχει μετρημένο
έχουν μετρήσει
έχουν μετρημένο
έχει μετρηθεί
είναι μετρημένος, -η, -ο
έχουν μετρηθεί
είναι μετρημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα μετρήσει
είχα μετρημένο
είχαμε μετρήσει
είχαμε μετρημένο
είχα μετρηθεί
ήμουν μετρημένος, -η
είχαμε μετρηθεί
ήμαστε μετρημένοι, -ες
είχες μετρήσει
είχες μετρημένο
είχατε μετρήσει
είχατε μετρημένο
είχες μετρηθεί
ήσουν μετρημένος, -η
είχατε μετρηθεί
ήσαστε μετρημένοι, -ες
είχε μετρήσει
είχε μετρημένο
είχαν μετρήσει
είχαν μετρημένο
είχε μετρηθεί
ήταν μετρημένος, -η, -ο
είχαν μετρηθεί
ήταν μετρημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μετράω, θα μετρώθα μετράμε, θα μετρούμεθα μετριέμαιθα μετριόμαστε
θα μετράςθα μετράτεθα μετριέσαιθα μετριέστε, θα μετριόσαστε
θα μετράει, θα μετράθα μετράν(ε), θα μετρούν(ε)θα μετριέταιθα μετριούνται, θα μετριόνται
Fut
ur
θα μετρήσωθα μετρήσουμε, θα μετρήσομεθα μετρηθώθα μετρηθούμε
θα μετρήσειςθα μετρήσετεθα μετρηθείςθα μετρηθείτε
θα μετρήσειθα μετρήσουν(ε)θα μετρηθείθα μετρηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μετρήσει
θα έχω μετρημένο
θα έχουμε μετρήσει
θα έχουμε μετρημένο
θα έχω μετρηθεί
θα είμαι μετρημένος, -η
θα έχουμε μετρηθεί
θα είμαστε μετρημένοι, -ες
θα έχεις μετρήσει
θα έχεις μετρημένο
θα έχετε μετρήσει
θα έχετε μετρημένο
θα έχεις μετρηθεί
θα είσαι μετρημένος, -η
θα έχετε μετρηθεί
θα είστε μετρημένοι, -ες
θα έχει μετρήσει
θα έχει μετρημένο
θα έχουν μετρήσει
θα έχουν μετρημένο
θα έχει μετρηθεί
θα είναι μετρημένος, -η, -ο
θα έχουν μετρηθεί
θα είναι μετρημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μετράω, να μετρώνα μετράμε, να μετρούμενα μετριέμαινα μετριόμαστε
να μετράςνα μετράτενα μετριέσαινα μετριέστε, να μετριόσαστε
να μετράει, να μετράνα μετράν(ε), να μετρούν(ε)να μετριέταινα μετριούνται, να μετριόνται
Aoristνα μετρήσωνα μετρήσουμε, να μετρήσομενα μετρηθώνα μετρηθούμε
να μετρήσειςνα μετρήσετενα μετρηθείςνα μετρηθείτε
να μετρήσεινα μετρήσουν(ε)να μετρηθείνα μετρηθούν(ε)
Perfνα έχω μετρήσει
να έχω μετρημένο
να έχουμε μετρήσει
να έχουμε μετρημένο
να έχω μετρηθεί
να είμαι μετρημένος, -η
να έχουμε μετρηθεί
να είμαστε μετρημένοι, -ες
να έχεις μετρήσει
να έχεις μετρημένο
να έχετε μετρήσει
να έχετε μετρημένο
να έχεις μετρηθεί
να είσαι μετρημένος, -η
να έχετε μετρηθεί
να είστε μετρημένοι, -η
να έχει μετρήσει
να έχει μετρημένο
να έχουν μετρήσει
να έχουν μετρημένο
να έχει μετρηθεί
να είναι μετρημένος, -η, -ο
να έχουν μετρηθεί
να είναι μετρημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμέτρα, μέτραγεμετράτεμετριέστε
Aoristμέτρησε, μέτραμετρήστεμετρήσουμετρηθείτε
Part
izip
Presμετρώντας
Perfέχοντας μετρήσει, έχοντας μετρημένομετρημένος, -η, -ομετρημένοι, -ες, -α
InfinAoristμετρήσειμετρηθεί



















Griechische Definition zu μετρώ

μετρώ [metró] & -άω, -ιέμαι μππ. μετρημένος* : I1α. υπολογίζω ένα προς ένα το πλήθος των μερών ενός συνόλου: μετρώ τους μαθητές ενός τμήματος / τα ζώα ενός κοπαδιού. Mέτρησε τα βιβλία του και διαπίστωσε ότι του λείπουν μερικά. ΦΡ και εκφράσεις μετρώ τις μέρες / τις ώρες, ανυπομονώ για κτ. μετράω μέρες, στη γλώσσα των στρατιωτών, μου μένουν λίγες μέρες ώσπου να απολυθώ. μετριούνται στα δάχτυλα (του ενός χεριού), είναι ολιγάριθμοι. μετρώ σε κπ. κτ., για σειρά όμοιων πραγμάτων, του τα δίνω συνήθ. μετρώντας τα: Tου μέτρησε δέκα χιλιάρικα / αρκετές ξυλιές. μετρώ τα πλευρά* κάποιου. μετρώ τα σκαλιά, κατρακυλώ από τη σκάλα. β. προσδιορίζω ένα μέγεθος με βάση ορισμένο μέτρο: μετρώ τις διαστάσεις / το βάρος / τη θερμοκρασία ενός σώματος. H τάση του ηλεκτρικού ρεύματος μετριέται με το βολτόμετρο. Mετράει ο χρόνος, υπολογίζεται. γ. (παθ.) συγκρίνω το ύψος μου με το ύψος κάποιου άλλου: Mετρήθηκαν για να δουν ποιος είναι ψηλότερος. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback