erheben
 Verb

υψώνω Verb
(2)
εγείρω Verb
(1)
εξυψώνω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Dennoch muss ich einige Vorbehalte und Einwände im Hinblick auf die Herabsetzung von Zielen erheben.Ωστόσο, πρέπει να εγείρω κάποιες επιφυλάξεις και ενστάσεις σχετικά με τη μείωση των στόχων.

Übersetzung bestätigt

Deutsche Synonyme
messen
erheben
abmessen
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εγείρωεγείρουμε, εγείρομε
εγείρειςεγείρετε
εγείρειεγείρουν(ε)
Imper
fekt
ήγειρα, έγειραεγείραμε
ήγειρες, έγειρεςεγείρατε
ήγειρε, έγειρεήγειραν, εγείραν(ε)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εγείρωθα εγείρουμε, θα εγείρομε
θα εγείρειςθα εγείρετε
θα εγείρειθα εγείρουν(ε)
SUB
JUNC
TIVE
Präs
enz
να εγείρωνα εγείρουμε, να εγείρομε
να εγείρειςνα εγείρετε
να εγείρεινα εγείρουν(ε)
Imper
ativ
Presέγειρεεγείρετε
Part
izip
Presεγείροντας



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξυψώνωεξυψώνουμε, εξυψώνομεεξυψώνομαιεξυψωνόμαστε
εξυψώνειςεξυψώνετεεξυψώνεσαιεξυψώνεστε, εξυψωνόσαστε
εξυψώνειεξυψώνουν(ε)εξυψώνεταιεξυψώνονται
Imper
fekt
εξύψωναεξυψώναμεεξυψωνόμουν(α)εξυψωνόμαστε, εξυψωνόμασταν
εξύψωνεςεξυψώνατεεξυψωνόσουν(α)εξυψωνόσαστε, εξυψωνόσασταν
εξύψωνεεξύψωναν, εξυψώναν(ε)εξυψωνόταν(ε)εξυψώνονταν, εξυψωνόντανε, εξυψωνόντουσαν
Aoristεξύψωσαεξυψώσαμεεξυψώθηκαεξυψωθήκαμε
εξύψωσεςεξυψώσατεεξυψώθηκεςεξυψωθήκατε
εξύψωσεεξύψωσαν, εξυψώσαν(ε)εξυψώθηκεεξυψώθηκαν, εξυψωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω εξυψώσει
έχω εξυψωμένο
έχουμε εξυψώσει
έχουμε εξυψωμένο
έχω εξυψωθεί
είμαι εξυψωμένος, -η
έχουμε εξυψωθεί
είμαστε εξυψωμένοι, -ες
έχεις εξυψώσει
έχεις εξυψωμένο
έχετε εξυψώσει
έχετε εξυψωμένο
έχεις εξυψωθεί
είσαι εξυψωμένος, -η
έχετε εξυψωθεί
είστε εξυψωμένοι, -ες
έχει εξυψώσει
έχει εξυψωμένο
έχουν εξυψώσει
έχουν εξυψωμένο
έχει εξυψωθεί
είναι εξυψωμένος, -η, -ο
έχουν εξυψωθεί
είναι εξυψωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα εξυψώσει
είχα εξυψωμένο
είχαμε εξυψώσει
είχαμε εξυψωμένο
είχα εξυψωθεί
ήμουν εξυψωμένος, -η
είχαμε εξυψωθεί
ήμαστε εξυψωμένοι, -ες
είχες εξυψώσει
είχες εξυψωμένο
είχατε εξυψώσει
είχατε εξυψωμένο
είχες εξυψωθεί
ήσουν εξυψωμένος, -η
είχατε εξυψωθεί
ήσαστε εξυψωμένοι, -ες
είχε εξυψώσει
είχε εξυψωμένο
είχαν εξυψώσει
είχαν εξυψωμένο
είχε εξυψωθεί
ήταν εξυψωμένος, -η, -ο
είχαν εξυψωθεί
ήταν εξυψωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξυψώνωθα εξυψώνουμε, θα εξυψώνομεθα εξυψώνομαιθα εξυψωνόμαστε
θα εξυψώνειςθα εξυψώνετεθα εξυψώνεσαιθα εξυψώνεστε, θα εξυψωνόσαστε
θα εξυψώνειθα εξυψώνουν(ε)θα εξυψώνεταιθα εξυψώνονται
Fut
ur
θα εξυψώσωθα εξυψώσουμε, θα εξυψώσομεθα εξυψωθώθα εξυψωθούμε
θα εξυψώσειςθα εξυψώσετεθα εξυψωθείςθα εξυψωθείτε
θα εξυψώσειθα εξυψώσουνθα εξυψωθείθα εξυψωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξυψώσει
θα έχω εξυψωμένο
θα έχουμε εξυψώσει
θα έχουμε εξυψωμένο
θα έχω εξυψωθεί
θα είμαι εξυψωμένος, -η
θα έχουμε εξυψωθεί
θα είμαστε εξυψωμένοι, -ες
θα έχεις εξυψώσει
θα έχεις εξυψωμένο
θα έχετε εξυψώσει
θα έχετε εξυψωμένο
θα έχεις εξυψωθεί
θα είσαι εξυψωμένος, -η
θα έχετε εξυψωθεί
θα είστε εξυψωμένοι, -ες
θα έχει εξυψώσει
θα έχει εξυψωμένο
θα έχουν εξυψώσει
θα έχουν εξυψωμένο
θα έχει εξυψωθεί
θα είναι εξυψωμένος, -η, -ο
θα έχουν εξυψωθεί
θα είναι εξυψωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξυψώνωνα εξυψώνουμε, να εξυψώνομενα εξυψώνομαινα εξυψωνόμαστε
να εξυψώνειςνα εξυψώνετενα εξυψώνεσαινα εξυψώνεστε, να εξυψωνόσαστε
να εξυψώνεινα εξυψώνουν(ε)να εξυψώνεταινα εξυψώνονται
Aoristνα εξυψώσωνα εξυψώσουμε, να εξυψώσομενα εξυψωθώνα εξυψωθούμε
να εξυψώσειςνα εξυψώσετενα εξυψωθείςνα εξυψωθείτε
να εξυψώσεινα εξυψώσουν(ε)να εξυψωθείνα εξυψωθούν(ε)
Perfνα έχω εξυψώσει
να έχω εξυψωμένο
να έχουμε εξυψώσει
να έχουμε εξυψωμένο
να έχω εξυψωθεί
να είμαι εξυψωμένος, -η
να έχουμε εξυψωθεί
να είμαστε εξυψωμένοι, -ες
να έχεις εξυψώσει
να έχεις εξυψωμένο
να έχετε εξυψώσει
να έχετε εξυψωμένο
να έχεις εξυψωθεί
να είσαι εξυψωμένος, -η
να έχετε εξυψωθεί
να είστε εξυψωμένοι, -ες
να έχει εξυψώσει
να έχει εξυψωμένο
να έχουν εξυψώσει
να έχουν εξυψωμένο
να έχει εξυψωθεί
να είναι εξυψωμένος, -η, -ο
να έχουν εξυψωθεί
να είναι εξυψωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεξύψωνεεξυψώνετεεξυψώνεστε
Aoristεξύψωσεεξυψώστε, εξυψώσετεεξυψώσουεξυψωθείτε
Part
izip
Presεξυψώνοντας
Perfέχοντας εξυψώσει, έχοντας εξυψωμένοεξυψωμένος, -η, -οεξυψωμένοι, -ες, -α
InfinAoristεξυψώσειεξυψωθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback