εξυψώνω  Verb  [eksipsono, eksypswnw]

Ähnliche Bedeutung wie εξυψώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze erheben

... Die Menschen fürchten sich vor dem Nichtwissen und erheben deshalb gerne den Anspruch zu wissen. ...

... Wenn ein Mensch sich in den Himmel erheben würde und die Natur des Universums und die Schönheit der Sterne betrachtete, würde ihm das Wunder dieses Anblicks nicht die höchste Freude bereiten, wie zu erwarten wäre, sondern eher ein Unbehagen, weil er dort niemanden hätte, dem er davon erzählen könnte. ...

... Wir erblickten in der Entfernung einer Viertelmeile eine Bergwand von vielen tausend Schritten Länge, welche sich an ihren Enden sanft mit der Ebene vereinigte. Der Rücken derselben zeigt keine nackte Felsen, allein von der Ebene aufwärts bis etwa zur Hälfte der Höhe erheben sich in der ganzen Länge der Wand zahllose Pfeiler von gräulichem Gestein in mehreren Stockwerken. ...

Quelle: al_ex_an_der, Tamy, al_ex_an_der

Grammatik


ΕΞΥΨΩΝΩ
I elevate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξυψώνωεξυψώνουμε, εξυψώνομεεξυψώνομαιεξυψωνόμαστε
εξυψώνειςεξυψώνετεεξυψώνεσαιεξυψώνεστε, εξυψωνόσαστε
εξυψώνειεξυψώνουν(ε)εξυψώνεταιεξυψώνονται
Imper
fekt
εξύψωναεξυψώναμεεξυψωνόμουν(α)εξυψωνόμαστε, εξυψωνόμασταν
εξύψωνεςεξυψώνατεεξυψωνόσουν(α)εξυψωνόσαστε, εξυψωνόσασταν
εξύψωνεεξύψωναν, εξυψώναν(ε)εξυψωνόταν(ε)εξυψώνονταν, εξυψωνόντανε, εξυψωνόντουσαν
Aoristεξύψωσαεξυψώσαμεεξυψώθηκαεξυψωθήκαμε
εξύψωσεςεξυψώσατεεξυψώθηκεςεξυψωθήκατε
εξύψωσεεξύψωσαν, εξυψώσαν(ε)εξυψώθηκεεξυψώθηκαν, εξυψωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω εξυψώσει
έχω εξυψωμένο
έχουμε εξυψώσει
έχουμε εξυψωμένο
έχω εξυψωθεί
είμαι εξυψωμένος, -η
έχουμε εξυψωθεί
είμαστε εξυψωμένοι, -ες
έχεις εξυψώσει
έχεις εξυψωμένο
έχετε εξυψώσει
έχετε εξυψωμένο
έχεις εξυψωθεί
είσαι εξυψωμένος, -η
έχετε εξυψωθεί
είστε εξυψωμένοι, -ες
έχει εξυψώσει
έχει εξυψωμένο
έχουν εξυψώσει
έχουν εξυψωμένο
έχει εξυψωθεί
είναι εξυψωμένος, -η, -ο
έχουν εξυψωθεί
είναι εξυψωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εξυψώσει
είχα εξυψωμένο
είχαμε εξυψώσει
είχαμε εξυψωμένο
είχα εξυψωθεί
ήμουν εξυψωμένος, -η
είχαμε εξυψωθεί
ήμαστε εξυψωμένοι, -ες
είχες εξυψώσει
είχες εξυψωμένο
είχατε εξυψώσει
είχατε εξυψωμένο
είχες εξυψωθεί
ήσουν εξυψωμένος, -η
είχατε εξυψωθεί
ήσαστε εξυψωμένοι, -ες
είχε εξυψώσει
είχε εξυψωμένο
είχαν εξυψώσει
είχαν εξυψωμένο
είχε εξυψωθεί
ήταν εξυψωμένος, -η, -ο
είχαν εξυψωθεί
ήταν εξυψωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξυψώνωθα εξυψώνουμε, θα εξυψώνομεθα εξυψώνομαιθα εξυψωνόμαστε
θα εξυψώνειςθα εξυψώνετεθα εξυψώνεσαιθα εξυψώνεστε, θα εξυψωνόσαστε
θα εξυψώνειθα εξυψώνουν(ε)θα εξυψώνεταιθα εξυψώνονται
Fut
ur
θα εξυψώσωθα εξυψώσουμε, θα εξυψώσομεθα εξυψωθώθα εξυψωθούμε
θα εξυψώσειςθα εξυψώσετεθα εξυψωθείςθα εξυψωθείτε
θα εξυψώσειθα εξυψώσουνθα εξυψωθείθα εξυψωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξυψώσει
θα έχω εξυψωμένο
θα έχουμε εξυψώσει
θα έχουμε εξυψωμένο
θα έχω εξυψωθεί
θα είμαι εξυψωμένος, -η
θα έχουμε εξυψωθεί
θα είμαστε εξυψωμένοι, -ες
θα έχεις εξυψώσει
θα έχεις εξυψωμένο
θα έχετε εξυψώσει
θα έχετε εξυψωμένο
θα έχεις εξυψωθεί
θα είσαι εξυψωμένος, -η
θα έχετε εξυψωθεί
θα είστε εξυψωμένοι, -ες
θα έχει εξυψώσει
θα έχει εξυψωμένο
θα έχουν εξυψώσει
θα έχουν εξυψωμένο
θα έχει εξυψωθεί
θα είναι εξυψωμένος, -η, -ο
θα έχουν εξυψωθεί
θα είναι εξυψωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξυψώνωνα εξυψώνουμε, να εξυψώνομενα εξυψώνομαινα εξυψωνόμαστε
να εξυψώνειςνα εξυψώνετενα εξυψώνεσαινα εξυψώνεστε, να εξυψωνόσαστε
να εξυψώνεινα εξυψώνουν(ε)να εξυψώνεταινα εξυψώνονται
Aoristνα εξυψώσωνα εξυψώσουμε, να εξυψώσομενα εξυψωθώνα εξυψωθούμε
να εξυψώσειςνα εξυψώσετενα εξυψωθείςνα εξυψωθείτε
να εξυψώσεινα εξυψώσουν(ε)να εξυψωθείνα εξυψωθούν(ε)
Perfνα έχω εξυψώσει
να έχω εξυψωμένο
να έχουμε εξυψώσει
να έχουμε εξυψωμένο
να έχω εξυψωθεί
να είμαι εξυψωμένος, -η
να έχουμε εξυψωθεί
να είμαστε εξυψωμένοι, -ες
να έχεις εξυψώσει
να έχεις εξυψωμένο
να έχετε εξυψώσει
να έχετε εξυψωμένο
να έχεις εξυψωθεί
να είσαι εξυψωμένος, -η
να έχετε εξυψωθεί
να είστε εξυψωμένοι, -ες
να έχει εξυψώσει
να έχει εξυψωμένο
να έχουν εξυψώσει
να έχουν εξυψωμένο
να έχει εξυψωθεί
να είναι εξυψωμένος, -η, -ο
να έχουν εξυψωθεί
να είναι εξυψωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεξύψωνεεξυψώνετεεξυψώνεστε
Aoristεξύψωσεεξυψώστε, εξυψώσετεεξυψώσουεξυψωθείτε
Part
izip
Presεξυψώνοντας
Perfέχοντας εξυψώσει, έχοντας εξυψωμένοεξυψωμένος, -η, -οεξυψωμένοι, -ες, -α
InfinAoristεξυψώσειεξυψωθεί




Griechische Definition zu εξυψώνω

εξυψώνω [eksipsóno] -ομαι : 1.τονώνω, ενισχύω κτ., το κάνω πιο έντονο: Tα ποιήματα του Ρήγα με το πατριωτικό τους πνεύμα εξύψωναν το φρόνημα του λαού. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εξυψώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15