μετακομίζω Verb  [metakomizo, metakomizw]

  Verb
(6)
  Verb
(3)
  Verb
(3)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu μετακομίζω

μετακομίζω altgriechisch μετακομίζω μετά + κομίζω


GriechischDeutsch
Θά'ναι ευκολότερο να μετακομίζω στο απέναντι διαμέρισμα.Tja, es wäre schon einfacher, nur über den Flur zu ziehen.

Übersetzung nicht bestätigt

Στο South Bay,αλλά μετακομίζω. Μετακομίζουμε.South Bay, aber wir ziehen um.

Übersetzung nicht bestätigt

-Όχι όχι σκέφτηκα... το να μετακομίζω πάλι με καταθλίβει.Der Gedanke... in ein leeres Haus zu ziehen ist so deprimierend, weißt du?

Übersetzung nicht bestätigt

Αγαπάς την Λόρεν. Ναι, μα κοίτα. Πρώτα μετακομίζω εκεί, και μετά θα θέλει να παντρευτούμε.Ich weiß, aber sieh mal, erst ziehen wir zusammen, und dann will sie heiraten.

Übersetzung nicht bestätigt

Έτσι δεν είναι, 'νταμ, που μετακομίζω;Ich mache das Richtige. Richtig, Adam? Nach Hause zu ziehen.

Übersetzung nicht bestätigt



Grammatik

Grammatik zu μετακομίζω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μετακομίζωμετακομίζουμε, μετακομίζομε
μετακομίζειςμετακομίζετε
μετακομίζειμετακομίζουν(ε)
Imper
fekt
μετακόμιζαμετακομίζαμε
μετακόμιζεςμετακομίζατε
μετακόμιζεμετακόμιζαν, μετακομίζαν(ε)
Aoristμετακόμισαμετακομίσαμε
μετακόμισεςμετακομίσατε
μετακόμισεμετακόμισαν, μετακομίσαν(ε)
Per
fekt
έχω μετακομίσειέχουμε μετακομίσει
έχεις μετακομίσειέχετε μετακομίσει
έχει μετακομίσειέχουν μετακομίσει
Plu
per
fekt
είχα μετακομίσειείχαμε μετακομίσει
είχες μετακομίσειείχατε μετακομίσει
είχε μετακομίσειείχαν μετακομίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μετακομίζωθα μετακομίζουμε, θα μετακομίζομε
θα μετακομίζειςθα μετακομίζετε
θα μετακομίζειθα μετακομίζουν(ε)
Fut
ur
θα μετακομίσωθα μετακομίσουμε, θα μετακομίζομε
θα μετακομίσειςθα μετακομίσετε
θα μετακομίσειθα μετακομίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μετακομίσειθα έχουμε μετακομίσει
θα έχεις μετακομίσειθα έχετε μετακομίσει
θα έχει μετακομίσειθα έχουν μετακομίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μετακομίζωνα μετακομίζουμε, να μετακομίζομε
να μετακομίζειςνα μετακομίζετε
να μετακομίζεινα μετακομίζουν(ε)
Aoristνα μετακομίσωνα μετακομίσουμε, να μετακομίσομε
να μετακομίσειςνα μετακομίσετε
να μετακομίσεινα μετακομίσουν(ε)
Perfνα έχω μετακομίσεινα έχουμε μετακομίσει
να έχεις μετακομίσεινα έχετε μετακομίσει
να έχει μετακομίσεινα έχουν μετακομίσει
Imper
ativ
Presμετακόμιζεμετακομίζετε
Aoristμετακόμισεμετακομίσετε
Part
izip
Presμετακομίζοντας
Perfέχοντας μετακομίσει
InfinAoristμετακομίσει













Griechische Definition zu μετακομίζω

μετακομίζω [metakomízo] -ομαι : α. μεταφέρω την οικοσκευή μου από ένα σπίτι σε άλλο: Nοικιάσαμε καινούριο διαμέρισμα και μετακομίζουμε σε λίγες μέρες. β. αλλάζω τόπο κατοικίας: Θα μετακομίσω από την επαρχία στην πρωτεύουσα. γ. μεταφέρω: μετακομίζω τα έπιπλά μου.

[λόγ. < αρχ. μετακομίζω `μεταφέρω΄]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback