κρύβω  Verb  [krivo, krybw]

Ähnliche Bedeutung wie κρύβω


Beispielsätze κρύβω

... Η Καλυψώ (το όνομά της σημαίνει "καλύπτω", "κρύβω" ή "παραπλανώ") ήταν μία γνωστή Νύμφη κατά την αρχαία Ελληνική μυθολογία, που ζούσε στο νησί Ωγυγία ...

... Το Όσα κρύβει η νύχτα είναι ελληνική δραματική ταινία του 1963 σε παραγωγή Κονονέτ Φιλμ και σε σκηνοθεσία - σενάριο Νίκου Φώσκολου. Πρωταγωνιστούν οι Πέτρος ...

... ενθαλπία, που προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα ενθάλπω = ζεσταίνω, κρύβω μέσα μου, περιθάλπω, χαρακτηρίζεται στη Χημεία η ενέργεια που προσφέρεται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausblenden

... beschränkt. Die Intrusionen können eine Person überwältigen, und ein Ausblenden der Erinnerung ist häufig nicht ohne weiteres möglich. Häufig wechseln ...

... ein Docksymbol, erscheinen im Kontextmenü statt Ausblenden und Beenden die Optionen Andere ausblenden und Sofort beenden. iTunes: Statt einer „normalen“ ...

... Schlitzblenden werden oft zum Selektieren erwünschter Lichtspektralanteile, zum Ausblenden unerwünschten Lichts oder zur Strahlformung verwendet. Schlitzblenden ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΡΥΒΩ
I hide
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κρύβωκρύβουμε, κρύβομεκρύβομαικρυβόμαστε
κρύβειςκρύβετεκρύβεσαικρύβεστε, κρυβόσαστε
κρύβεικρύβουν(ε)κρύβεταικρύβονται
Imper
fekt
έκρυβακρύβαμεκρυβόμουν(α)κρυβόμαστε, κρυβόμασταν
έκρυβεςκρύβατεκρυβόσουν(α)κρυβόσαστε, κρυβόσασταν
έκρυβεέκρυβαν, κρύβαν(ε)κρυβόταν(ε)κρύβονταν, κρυβόντανε, κρυβόντουσαν
Aoristέκρυψακρύψαμεκρύφτηκακρυφτήκαμε
έκρυψεςκρύψατεκρύφτηκεςκρυφτήκατε
έκρυψεέκρυψαν, κρύψαν(ε)κρύφτηκεκρύφτηκαν, κρυφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω κρύψει
έχω κρυμμένο
έχουμε κρύψει
έχουμε κρυμμένο
έχω κρυφτεί
είμαι κρυμμένος, -η
έχουμε κρυφτεί
είμαστε κρυμμένοι, -ες
έχεις κρύψει
έχεις κρυμμένο
έχετε κρύψει
έχεις κρυμμένο
έχεις κρυφτεί
είσαι κρυμμένος, -η
έχετε κρυφτεί
είστε κρυμμένοι, -ες
έχει κρύψει
έχει κρυμμένο
έχουν κρύψει
έχουν κρυμμένο
έχει κρυφτεί
είναι κρυμμένος, -η, -ο
έχουν κρυφτεί
είναι κρυμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κρύψει
είχα κρυμμένο
είχαμε κρύψει
είχαμε κρυμμένο
είχα κρυφτεί
ήμουν κρυμμένος, -η
είχαμε κρυφτεί
ήμαστε κρυμμένοι, -ες
είχες κρύψει
είχες κρυμμένο
είχατε κρύψει
είχατε κρυμμένο
είχες κρυφτεί
ήσουν κρυμμένος, -η
είχατε κρυφτεί
ήσαστε κρυμμένοι, -ες
είχε κρύψει
είχε κρυμμένο
είχαν κρύψει
είχαν κρυμμένο
είχε κρυφτεί
ήταν κρυμμένος, -η, -ο
είχαν κρυφτεί
ήταν κρυμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κρύβωθα κρύβουμε, θα κρύβομεθα κρύβομαιθα κρυβόμαστε
θα κρύβειςθα κρύβετεθα κρύβεσαιθα κρύβεστε, θα κρυβόσαστε
θα κρύβειθα κρύβουν(ε)θα κρύβεταιθα κρύβονται
Fut
ur
θα κρύψωθα κρύψουμε, θα κρύψομεθα κρυφτώθα κρυφτούμε
θα κρύψειςθα κρύψετεθα κρυφτείςθα κρυφτείτε
θα κρύψειθα κρύψουν(ε)θα κρυφτείθα κρυφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κρύψει
θα έχω κρυμμένο
θα έχουμε κρύψει
θα έχουμε κρυμμένο
θα έχω κρυφτεί
θα είμαι κρυμμένος, -η
θα έχουμε κρυφτεί
θα είμαστε κρυμμένοι, -ες
θα έχεις κρύψει
θα έχεις κρυμμένο
θα έχετε κρύψει
θα έχετε κρυμμένο
θα έχεις κρυφτεί
θα είσαι κρυμμένος, -η
θα έχετε κρυφτεί
θα είστε κρυμμένοι, -ες
θα έχει κρύψει
θα έχει κρυμμένο
θα έχουν κρύψει
θα έχουν κρυμμένο
θα έχει κρυφτεί
θα είναι κρυμμένος, -η, -ο
θα έχουν κρυφτεί
θα είναι κρυμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κρύβωνα κρύβουμε, να κρύβομενα κρύβομαινα κρυβόμαστε
να κρύβειςνα κρύβετενα κρύβεσαινα κρύβεστε, να κρυβόσαστε
να κρύβεινα κρύβουν(ε)να κρύβεταινα κρύβονται
Aoristνα κρύψωνα κρύψουμε, να κρύψομενα κρυφτώνα κρυφτούμε
να κρύψειςνα κρύψετενα κρυφτείςνα κρυφτείτε
να κρύψεινα κρύψουν(ε)να κρυφτείνα κρυφτούν(ε)
Perfνα έχω κρύψει
να έχω κρυμμένο
να έχουμε κρύψει
να έχουμε κρυμμένο
να έχω κρυφτεί
να είμαι κρυμμένος, -η
να έχουμε κρυφτεί
να είμαστε κρυμμένοι, -ες
να έχεις κρύψει
να έχεις κρυμμένο
να έχετε κρύψει
να έχετε κρυμμένο
να έχεις κρυφτεί
να είσαι κρυμμένος, -η
να έχετε κρυφτεί
να είστε κρυμμένοι, -ες
να έχει κρύψει
να έχει κρυμμένο
να έχουν κρύψει
να έχουν κρυμμένο
να έχει κρυφτεί
να είναι κρυμμένος, -η, -ο
να έχουν κρυφτεί
να είναι κρυμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκρύβεκρύβετεκρύβεστε
Aoristκρύψεκρύψτε, κρύφτεκρύψουκρυφτείτε
Part
izip
Presκρύβοντας
Perfέχοντας κρύψει, έχοντας κρυμμένοκρυμμένος, -η, -οκρυμμένοι, -ες, -α
InfinAoristκρύψεικρυφτεί









Person Wortform
Präsens ich tarne
du tarnst
er, sie, es tarnt
Präteritum ich tarnte
Konjunktiv II ich tarnte
Imperativ Singular tarne!
Plural tarnt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
getarnt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:tarnen


Griechische Definition zu κρύβω

κρύβω [krívo] -ομαι : 1α. τοποθετώ κτ. σε μέρος αθέατο, με σκοπό να μην μπορεί να το βρει κάποιος: Πού τα ΄χεις κρυμμένα τα λεφτά; Έκρυψε το γλυκό στο ντουλάπι. Ο σκύλος πήγε να κρύψει το κόκαλο. || (προφ.) φυλάω κτ. για να το προστατέψω (από φθορά, κατανάλωση κτλ.): Έχω κρύψει το καλό σερβίτσιο. Σου ΄κρυψα λίγο γλυκό. || (για πρόσ.): Kρύψου πίσω από την πόρτα! Kαλύτερα να κρυφτείς για λίγο. Kρύβεται για να καπνίσει. Έμεινε μήνες κρυμμένος. κρύβω κπ. από την αστυνομία / κρύβω έναν κατάσκοπο / εγκληματία, του παρέχω καταφύγιο για να αποφύγει τη σύλληψη. β. καλύπτω κτ. για να εμποδίσω τους άλλους να το δουν: Προσπάθησε να κρύψει τη γύμνια του. Έκρυψε το πρόσωπό του με τα χέρια του, συνήθ. από ντροπή. ΦΡ κρύβω τα χαρτιά* μου. άσος* κρυμμένος στο μανίκι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κρύβω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15