κολλώ  Verb  [kollo, kollw]

Ähnliche Bedeutung wie κολλώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu κολλώ

κολλώδης -ης -ες


Beispielsätze κολλώ

... Κόλλα ονομάζεται ουσία η οποία χρησιμεύει για τη συγκόλληση επιφανειών. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία από κόλλες, ειδικές για κάθε εφαρμογή. Για παράδειγμα υπάρχουν ...

... Η Μαρία Κόλλια-Τσαρουχά είναι Σερραία πολιτικός, υφυπουργός Εσωτερικών (Μακεδονίας-Θράκης) στην κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα, βουλευτής Σερρών με τους Ανεξάρτητους ...

... οικογένεια Κόλλα ήταν παλιά οικογένεια της Πάτρας, μέλη της οποίας διακρίθηκαν κυρίως ως σταφιδέμποροι. Ο γενάρχης του πατρινού κλάδου ήταν ο Μιχαήλ Κόλλας, ο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze kleben

... Wenn ich mir einen Tag lang nicht den Kopf wasche, kleben meine Haare fettig zusammen und kleben platt am Kopf. ...

... Oma streute Mehl auf das Nudelholz, damit der Teig nicht daran kleben blieb. ...

... Wenn der Herbst kommt, kleben die Kinder aus schönen Laubblättern Collagen. ...

Quelle: xtofu80, Fingerhut, al_ex_an_der

Grammatik


ΚΟΛΛΩ
I glue
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κολλάω, κολλώκολλάμε, κολλούμεκολλιέμαικολλιόμαστε
κολλάςκολλάτεκολλιέσαικολλιέστε, κολλιόσαστε
κολλάει, κολλάκολλάν(ε), κολλούν(ε)κολλιέταικολλιούνται, κολλιόνται
Imper
fekt
κολλούσα, κόλλαγακολλούσαμε, κολλάγαμεκολλιόμουν(α)κολλιόμαστε, κολλιόμασταν
κολλούσες, κόλλαγεςκολλούσατε, κολλάγατεκολλιόσουν(α)κολλιόσαστε, κολλιόσασταν
κολλούσε, κόλλαγεκολλούσαν(ε), κόλλαγαν, κολλάγανεκολλιόταν(ε)κολλιόνταν(ε), κολλιούνταν, κολλιόντουσαν
Aoristκόλλησακολλήσαμεκολλήθηκακολληθήκαμε
κόλλησεςκολλήσατεκολλήθηκεςκολληθήκατε
κόλλησεκόλλησαν, κολλήσαν(ε)κολλήθηκεκολλήθηκαν, κολληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κολλήσει
έχω κολλημένο
έχουμε κολλήσει
έχουμε κολλημένο
έχω κολληθεί
είμαι κολλημένος, -η
έχουμε κολληθεί
είμαστε κολλημένοι, -ες
έχεις κολλήσει
έχεις κολλημένο
έχετε κολλήσει
έχετε κολλημένο
έχεις κολληθεί
είσαι κολλημένος, -η
έχετε κολληθεί
είστε κολλημένοι, -ες
έχει κολλήσει
έχει κολλημένο
έχουν κολλήσει
έχουν κολλημένο
έχει κολληθεί
είναι κολλημένος, -η, -ο
έχουν κολληθεί
είναι κολλημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κολλήσει
είχα κολλημένο
είχαμε κολλήσει
είχαμε κολλημένο
είχα κολληθεί
ήμουν κολλημένος, -η
είχαμε κολληθεί
ήμαστε κολλημένοι, -ες
είχες κολλήσει
είχες κολλημένο
είχατε κολλήσει
είχατε κολλημένο
είχες κολληθεί
ήσουν κολλημένος, -η
είχατε κολληθεί
ήσαστε κολλημένοι, -ες
είχε κολλήσει
είχε κολλημένο
είχαν κολλήσει
είχαν κολλημένο
είχε κολληθεί
ήταν κολλημένος, -η, -ο
είχαν κολληθεί
ήταν κολλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κολλάω, θα κολλώθα κολλάμε, θα κολλούμεθα κολλιέμαιθα κολλιόμαστε
θα κολλάςθα κολλάτεθα κολλιέσαιθα κολλιέστε, θα κολλιόσαστε
θα κολλάει, θα κολλάθα κολλάν(ε), θα κολλούν(ε)θα κολλιέταιθα κολλιούνται, θα κολλιόνται
Fut
ur
θα κολλήσωθα κολλήσουμε, θα κολλήσομεθα κολληθώθα κολληθούμε
θα κολλήσειςθα κολλήσετεθα κολληθείςθα κολληθείτε
θα κολλήσειθα κολλήσουν(ε)θα κολληθείθα κολληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κολλήσει
θα έχω κολλημένο
θα έχουμε κολλήσει
θα έχουμε κολλημένο
θα έχω κολληθεί
θα είμαι κολλημένος, -η
θα έχουμε κολληθεί
θα είμαστε κολλημένοι, -ες
θα έχεις κολλήσει
θα έχεις κολλημένο
θα έχετε κολλήσει
θα έχετε κολλημένο
θα έχεις κολληθεί
θα είσαι κολλημένος, -η
θα έχετε κολληθεί
θα είστε κολλημένοι, -ες
θα έχει κολλήσει
θα έχει κολλημένο
θα έχουν κολλήσει
θα έχουν κολλημένο
θα έχει κολληθεί
θα είναι κολλημένος, -η, -ο
θα έχουν κολληθεί
θα είναι κολλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κολλάω, να κολλώνα κολλάμε, να κολλούμενα κολλιέμαινα κολλιόμαστε
να κολλάςνα κολλάτενα κολλιέσαινα κολλιέστε, να κολλιόσαστε
να κολλάει, να κολλάνα κολλάν(ε), να κολλούν(ε)να κολλιέταινα κολλιούνται, να κολλιόνται
Aoristνα κολλήσωνα κολλήσουμε, να κολλήσομενα κολληθώνα κολληθούμε
να κολλήσειςνα κολλήσετενα κολληθείςνα κολληθείτε
να κολλήσεινα κολλήσουν(ε)να κολληθείνα κολληθούν(ε)
Perfνα έχω κολλήσει
να έχω κολλημένο
να έχουμε κολλήσει
να έχουμε κολλημένο
να έχω κολληθεί
να είμαι κολλημένος, -η
να έχουμε κολληθεί
να είμαστε κολλημένοι, -ες
να έχεις κολλήσει
να έχεις κολλημένο
να έχετε κολλήσει
να έχετε κολλημένο
να έχεις κολληθεί
να είσαι κολλημένος, -η
να έχετε κολληθεί
να είστε κολλημένοι, -η
να έχει κολλήσει
να έχει κολλημένο
να έχουν κολλήσει
να έχουν κολλημένο
να έχει κολληθεί
να είναι κολλημένος, -η, -ο
να έχουν κολληθεί
να είναι κολλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκόλλα, κόλλαγεκολλάτεκολλιέστε
Aoristκόλλησε, κόλλακολλήστεκολλήσουκολληθείτε
Part
izip
Presκολλώντας
Perfέχοντας κολλήσει, έχοντας κολλημένοκολλημένος, -η, -οκολλημένοι, -ες, -α
InfinAoristκολλήσεικολληθεί



Person Wortform
Präsens ich klebe
du klebst
er, sie, es klebt
Präteritum ich klebte
Konjunktiv II ich klebte
Imperativ Singular kleb!
klebe!
Plural klebt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geklebt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:kleben







Person Wortform
Präsens ich leime
du leimst
er, sie, es leimt
Präteritum ich leimte
Konjunktiv II ich leimte
Imperativ Singular leim!
leime!
Plural leimt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geleimt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:leimen








Griechische Definition zu κολλώ

κολλώ [koló] & -άω, -ιέμαι : 1α. τοποθετώ κτ. επάνω σε κτ. άλλο με τρόπο που οι επιφάνειές τους να εφάπτονται ακριβώς και τα συγκρατώ ενωμένα με τη βοήθεια μιας ειδικής ουσίας: κολλώ το γραμματόσημο στο φάκελο. κολλώ φωτογραφίες στο άλμπουμ. Kολλούσαν αφίσες στους τοίχους. κολλώ ένσημα*. || (έκφρ.) κόλλα το! / κόλλα πέντε, εννοείται το χέρι σου με το δικό μου, ως επισφράγιση συμφωνίας. β. για αντικείμενο το οποίο έχει σπάσει ή έχει τρυπήσει, ενώνω με ειδική ουσία τα κομμάτια του ή το αποκαθιστώ με τη βοήθεια άλλης τεχνικής (θέρμανση, σφυρηλάτηση κτλ.): κολλώ τα κομμάτια του σπασμένου βάζου. κολλώ το μπρίκι. κολλώ τη σαμπρέλα. Πρέπει να κολλήσεις το πόδι της καρέκλας. ΦΡ στη βράση* κολλάει το σίδε ρο. κολλώ κπ. στον τοίχο*. αυτό (που λες) δεν κολλάει, δεν έχει σχέση με τα υπόλοιπα. κόλλησε η βελόνα*. (έκφρ.) δε μου κολλάει ύπνος*. || (προφ.): κολλώ τα μανίκια / το γιακά, κατά το ράψιμο, το πλέξιμο κτλ. γ. για κτ. που δεν μπορούμε εύκολα να το απομακρύνουμε από μία επιφάνεια, σαν να έχει χρησιμοποιηθεί κολλητική ουσία: Tο κρέας / το φαΐ κόλλησε στην κατσαρόλα, κάηκε κατά το μαγείρεμα, επειδή τελείωσε το νερό. Mαγειρικά σκεύη που δεν κολλάνε. Kόλλησαν τα φρένα. Kολλήσαμε στη λάσπη. Kόλλησε το συρτάρι. || Kόλλησε το άντερό μου από την πείνα / κόλλησε η γλώσσα μου από τη δίψα. Είναι ένας κολλημένος, πολύ αδύνατος και καχεκτικός. || (μτφ.): Tου κόλλησαν τη ρετσινιά ότι… δ. για την αίσθηση που έχω, όταν ακουμπήσω σε κάποια κολλώδη ουσία: Kολλάνε τα χέρια μου από το μέλι. κολλώ από τον ιδρώτα. κολλώ ολόκληρος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κολλώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15