κηρύσσω  Verb  [kirisso, khryssw]

Ähnliche Bedeutung wie κηρύσσω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κηρύσσω

... Σερβία κηρύσσει τον πόλεμο στη Γερμανία και η Αυστρία κηρύσσει τον πόλεμο στη Ρωσία. 12 Αυγούστου - Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: το Ηνωμένο Βασίλειο κηρύσσει τον ...

... αθλητικών αγώνων συνήθως το τιμώμενο πρόσωπο είναι εκείνο που σηματοδοτεί την έναρξη με τη φράση: "Κηρύσσω την έναρξη του αγώνα..." Τελετή (μυθολογία) ...

... Ιεροκήρυκας σύμφωνα με τη θρησκεία ονομάζεται αυτός που κηρύσσει από τον άμβωνα το θείο λόγο και τα ηθικά καθήκοντα του ανθρώπου. Κατά την αρχαιότητα ήταν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausrufen

... Eines Tages kommt der Moment, in dem Sie ausrufen können: „Ich habe es getan!“ ...

... Prädikation (von lateinisch praedicare: bekanntmachen, ausrufen bzw. praedicatio: Aussage, Bekanntmachung) ist ein (sprach-)philosophischer Fachbegriff ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΗΡΥΣΣΩ
I preach
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κηρύσσωκηρύσσουμε, κηρύσσομεκηρύσσομαικηρυσσόμαστε
κηρύσσειςκηρύσσετεκηρύσσεσαικηρύσσεστε, κηρυσσόσαστε
κηρύσσεικηρύσσουν(ε)κηρύσσεταικηρύσσονται
Imper
fekt
κήρυσσακηρύσσαμεκηρυσσόμουν(α)κηρυσσόμαστε, κηρυσσόμασταν
κήρυσσεςκηρύσσατεκηρυσσόσουν(α)κηρυσσόσαστε, κηρυσσόσασταν
κήρυσσεκήρυσσαν, κηρύσσαν(ε)κηρυσσόταν(ε)κηρύσσονταν, κηρυσσόντανε, κηρυσσόντουσαν
Aoristκήρυξακηρύξαμεκηρύχθηκα, κηρύχτηκακηρυχθήκαμε, κηρυχτήκαμε
κήρυξεςκηρύξατεκηρύχθηκες, κηρύχτηκεςκηρυχθήκατε, κηρυχτήκατε
κήρυξεκήρυξαν, κηρύξαν(ε)κηρύχθηκε, κηρύχτηκεκηρύχθηκαν, κηρυχθήκαν(ε)
κηρύχτηκαν, κηρυχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω κηρύξει
έχω κηρυγμένο
έχουμε κηρύξει
έχουμε κηρυγμένο
έχω κηρυχθεί
έχω κηρυχτεί
είμαι κηρυγμένος, -η
έχουμε κηρυχθεί
έχουμε κηρυχτεί
είμαστε κηρυγμένοι, -ες
έχεις κηρύξει
έχεις κηρυγμένο
έχετε κηρύξει
έχετε κηρυγμένο
έχεις κηρυχθεί
έχεις κηρυχτεί
είσαι κηρυγμένος, -η
έχετε κηρυχθεί
έχετε κηρυχτεί
είστε κηρυγμένοι, -ες
έχει κηρύξει
έχει κηρυγμένο
έχουν κηρύξει
έχουν κηρυγμένο
έχει κηρυχθεί
έχει κηρυχτεί
είναι κηρυγμένος, -η, -ο
έχουν κηρυχθεί
έχουν κηρυχτεί
είναι κηρυγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κηρύξει
είχα κηρυγμένο
είχαμε κηρύξει
είχαμε κηρυγμένο
είχα κηρυχθεί
είχα κηρυχτεί
ήμουν κηρυγμένος, -η
είχαμε κηρυχθεί
είχαμε κηρυχτεί
ήμαστε κηρυγμένοι, -ες
είχες κηρύξει
είχες κηρυγμένο
είχατε κηρύξει
είχατε κηρυγμένο
είχες κηρυχθεί
είχες κηρυχτεί
ήσουν κηρυγμένος, -η
είχατε κηρυχθεί
είχατε κηρυχτεί
ήσαστε κηρυγμένοι, -ες
είχε κηρύξει
είχε κηρυγμένο
είχαν κηρύξει
είχαν κηρυγμένο
είχε κηρυχθεί
είχε κηρυχτεί
ήταν κηρυγμένος, -η, -ο
είχαν κηρυχθεί
είχαν κηρυχτεί
ήταν κηρυγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κηρύσσωθα κηρύσσουμε, θα κηρύσσομεθα κηρύσσομαιθα κηρυσσόμαστε
θα κηρύσσειςθα κηρύσσετεθα κηρύσσεσαιθα κηρύσσεστε, θα κηρυσσόσαστε
θα κηρύσσειθα κηρύσσουν(ε)θα κηρύσσεταιθα κηρύσσονται
Fut
ur
θα κηρύξωθα κηρύξουμε, θα κηρύξομεθα κηρυχθώ, θα κηρυχτώθα κηρυχθούμε, θα κηρυχτούμε
θα κηρύξειςθα κηρύξετεθα κηρυχθείς, θα κηρυχτείςθα κηρυχθείτε, θα κηρυχτείτε
θα κηρύξειθα κηρύξουν(ε)θα κηρυχθεί, θα κηρυχτείθα κηρυχθούν(ε), θα κηρυχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κηρύξει
θα έχω κηρυγμένο
θα έχουμε κηρύξει
θα έχουμε κηρυγμένο
θα έχω κηρυχθεί
θα έχω κηρυχτεί
θα είμαι κηρυγμένος, -η
θα έχουμε κηρυχθεί
θα έχουμε κηρυχτεί
θα είμαστε κηρυγμένοι, -ες
θα έχεις κηρύξει
θα έχεις κηρυγμένο
θα έχετε κηρύξει
θα έχετε κηρυγμένο
θα έχεις κηρυχθεί
θα έχεις κηρυχτεί
θα είσαι κηρυγμένος, -η
θα έχετε κηρυχθεί
θα έχετε κηρυχτεί
θα είστε κηρυγμένοι, -ες
θα έχει κηρύξει
θα έχει κηρυγμένο
θα έχουν κηρύξει
θα έχουν κηρυγμένο
θα έχει κηρυχθεί
θα έχει κηρυχτεί
θα είναι κηρυγμένος, -η, -ο
θα έχουν κηρυχθεί
θα έχουν κηρυχτεί
θα είναι κηρυγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κηρύσσωνα κηρύσσουμε, να κηρύσσομενα κηρύσσομαινα κηρυσσόμαστε
να κηρύσσειςνα κηρύσσετενα κηρύσσεσαινα κηρύσσεστε, να κηρυσσόσαστε
να κηρύσσεινα κηρύσσουν(ε)να κηρύσσεταινα κηρύσσονται
Aoristνα κηρύξωνα κηρύξουμε, να κηρύξομενα κηρυχθώ, να κηρυχτώνα κηρυχθούμε, να κηρυχτούμε
να κηρύξειςνα κηρύξετενα κηρυχθείς, να κηρυχτείςνα κηρυχθείτε, να κηρυχτείτε
να κηρύξεινα κηρύξουν(ε)να κηρυχθεί, να κηρυχτείνα κηρυχθούν(ε), να κηρυχτούν(ε)
Perfνα έχω κηρύξει
να έχω κηρυγμένο
να έχουμε κηρύξει
να έχουμε κηρυγμένο
να έχω κηρυχθεί
να έχω κηρυχτεί
να είμαι κηρυγμένος, -η
να έχουμε κηρυχθεί
να έχουμε κηρυχτεί
να είμαστε κηρυγμένοι, -ες
να έχεις κηρύξει
να έχεις κηρυγμένο
να έχετε κηρύξει
να έχετε κηρυγμένο
να έχεις κηρυχθεί
να έχεις κηρυχτεί
να είσαι κηρυγμένος, -η
να έχετε κηρυχθεί
να έχετε κηρυχτεί
να είστε κηρυγμένοι, -ες
να έχει κηρύξει
να έχει κηρυγμένο
να έχουν κηρύξει
να έχουν κηρυγμένο
να έχει κηρυχθεί
να έχει κηρυχτεί
να είναι κηρυγμένος, -η, -ο
να έχουν κηρυχθεί
να έχουν κηρυχτεί
να είναι κηρυγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκήρυσσεκηρύσσετεκηρύσσεστε
Aoristκήρυξεκηρύξτε, κηρύξετεκηρύξουκηρυχθείτε, κηρυχτείτε
Part
izip
Presκηρύσσονταςκηρυσσόμενος
Perfέχοντας κηρύξει, έχοντας κηρυγμένοκηρυγμένος, -η, -οκηρυγμένοι, -ες, -α
InfinAoristκηρύξεικηρυχθεί, κηρυχτεί












Griechische Definition zu κηρύσσω

κηρύσσω.

Α´ Μτβ.
1) Διακηρύσσω ως κήρυκας, διαλαλώ:
(Ασσίζ. 2158‑9).
2) Ανακηρύσσω:
βασιλεύς κηρύσσεται (ενν. ο Λίβιστρος) γης Αργυρού του κάστρου (Λίβ. Sc. 2063
φως μου σε κηρύττω (Λίβ. Sc. 783).
3) Διακηρύσσω:
(Ριμ. Βελ. ρ 260), (Μαχ. 18834
η φήμη … ας πετάξει … κηρύσσοντας με σάλπιγγα … του Λίμπονά μου τ’ όνομα και χάριτες τες τόσες (Λίμπον. 71).
4) Κατονομάζω, ορίζω:
εις την ημέραν ότι τελειωθούν οι μάρτυρες όλοι, διδεί ημέραν … κηρύσσουν τους μάρτυρας (Ελλην. νόμ. 5631).
5) Ανακοινώνω (με κήρυκα):
εκηρύχθη η μέση απόφασις (Ελλην. νόμ. 53315
Ο πρίντζης … έπεψεν εις την δύσιν ένα νοτάρην … να κηρύξει τον θάνατον του ρε Πιέρ (Μαχ. 2967).
6) (Προκ. για πόλεμο) κηρύσσω:
(Αχιλλ. N 448), (Μαχ. 28219‑20).
7) Διδάσκω:
Ειρήνην πούρου εκήρυξεν ο λυτρωτής μας (Κυπρ. ερωτ. 1533).
8) Διαδίδω:
γι’ αύτηνε να κηρυχθεί μία φήμη εντροπιασμένη (Σουμμ., Παστ. φίδ. Β´ [1314]).
9) Διασύρω:
όλες (ενν. τις γυναίκες) διά να τας δείξω και εις τον κόσμο να κηρύξω (Συναξ. γυν. 487).
Β´ Αμτβ.
1) Διακηρύσσω:
Εκείνος γουν ο βασιλεύς εκήρυξεν ευθέως, τους πάντας επροσφώνησεν ότι ν’ αρματωθούσιν (Αχιλλ. O 245).
2) Ηχώ δίνοντας σύνθημα:
προσέταξεν ευθύς γενέσθαι τον αγώνα· εκήρυσσον αι σάλπιγγες, άθλα συνεκροτούντο (Βίος Αλ. 2409).
[αρχ. κηρύσσω. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κηρύσσω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15