καταλαβαίνω  Verb  [katalaveno, katalabainw]


Beispielsätze καταλαβαίνω

... Δεν καταλαβαίνω τη μουσική. ...

... Ναι, σας καταλαβαίνω καλά. ...

... Δεν καταλαβαίνω τι λέτε. ...

Quelle: ellasevia, glavkos, glavkos


Beispielsätze kapieren

... Die Leute kapieren überhaupt nichts. ...

Quelle: maaster

Grammatik


ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ
I understand
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταλαβαίνωκαταλαβαίνουμε, καταλαβαίνομε
καταλαβαίνειςκαταλαβαίνετε
καταλαβαίνεικαταλαβαίνουν(ε)
Imper
fekt
καταλάβαινακαταλαβαίναμε
καταλάβαινεςκαταλαβαίνατε
καταλάβαινεκαταλάβαιναν, καταλαβαίναν(ε)
Aoristκατάλαβακαταλάβαμε
κατάλαβεςκαταλάβατε
κατάλαβεκατάλαβαν, καταλάβαναν(ε)
Per
fect
έχω καταλάβειέχουμε καταλάβει
έχεις καταλάβειέχετε καταλάβει
έχει καταλάβειέχουν καταλάβει
Plu
per
fect
είχα καταλάβειείχαμε καταλάβει
είχες καταλάβειείχατε καταλάβει
είχε καταλάβειείχαν καταλάβει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταλαβαίνωθα καταλαβαίνουμε, θα καταλαβαίνομε
θα καταλαβαίνειςθα καταλαβαίνετε
θα καταλαβαίνειθα καταλαβαίνουν(ε)
Fut
ur
θα καταλάβωθα καταλάβουμε, θα καταλάβομε
θα καταλάβειςθα καταλάβετε
θα καταλάβειθα καταλάβουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταλάβειθα έχουμε καταλάβει
θα έχεις καταλάβειθα έχετε καταλάβει
θα έχει καταλάβειθα έχουν καταλάβει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταλαβαίνωνα καταλαβαίνουμε, να καταλαβαίνομε
να καταλαβαίνειςνα καταλαβαίνετε
να καταλαβαίνεινα καταλαβαίνουν(ε)
Aoristνα καταλάβωνα καταλάβουμε, να καταλάβομε
να καταλάβειςνα καταλάβετε
να καταλάβεινα καταλάβουν(ε)
Perfνα έχω καταλάβεινα έχουμε καταλάβει
να έχεις καταλάβεινα έχετε καταλάβει
να έχει καταλάβεινα έχουν καταλάβει
Imper
ativ
Presκαταλάβαινεκαταλαβαίνετε
Aoristκατάλαβεκαταλάβετε
Part
izip
Presκαταλαβαίνοντας
Perfέχοντας καταλάβει
InfinAoristκαταλάβει










Griechische Definition zu καταλαβαίνω

καταλαβαίνω [katalavéno] Ρ αόρ. κατάλαβα, απαρέμφ. καταλάβει (παθ., προφ., μόνο στον πληθ. του ενεστ. στη σημ. 2γ) : 1α. γνωρίζω το γλωσσικό κώδικα ή οποιοδήποτε άλλο μέσο επικοινωνίας χρησιμοποιεί κάποιος: Kαταλαβαίνει ελληνικά, δεν μπορεί όμως να τα μιλήσει. καταλαβαίνω τη γλώσσα των κωφαλάλων. καταλαβαίνω τη σημασία μιας λέξης / μιας έκφρασης. || Mίλα πιο δυνατά / πιο καθαρά, γιατί δε σε καταλαβαίνω. β. αντιλαμβάνομαι κτ. με τις αισθήσεις μου: Άνοιξε αθόρυβα την πόρτα και δεν κατάλαβα πως ήρθε. Ήμουνα ζεστά ντυμένη και δεν το κατάλαβα το κρύο, δεν το αισθάνθηκα. Όταν συγκρίνεις τις δύο εικόνες, καταλαβαίνεις τη διαφορά, βλέπεις. Δεν κατάλαβα ποιος είναι, δεν τον αναγνώρισα. (έκφρ.) χωρίς να το καταλάβουμε, πολύ γρήγορα ή πολύ εύκολα: Πέρασε ο καιρός / τέλειωσε η δουλειά χωρίς να το καταλάβουμε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καταλαβαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15