καλύπτω  Verb  [kalipto, kalyptw]

Ähnliche Bedeutung wie καλύπτω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze καλύπτω

... τους οφθαλμούς βρίσκονται οι ακουστικοί πόροι (βλ. Ακοή), οι οποίοι καλύπτονται από τα ωτικά καλυπτήρια φτερά (ear coverts), που μπορεί να είναι διαφορετικής ...

... 50-90.000.000 κατοίκους (περίπου το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού) και καλύπτοντας έκταση 6,5 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα κατά τη διάρκεια του 1ου ...

... σχέση με τον μεσημβρινό του Γκρήνουιτς. Περίπου 98% της Ανταρκτικής καλύπτεται από το Ανταρκτικό παγοκάλυμμα, ένα παγοκάλυμμα με μέσο πάχος τουλάχιστον ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΑΛΥΠΤΩ
I cover
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καλύπτωκαλύπτουμε, καλύπτομεκαλύπτομαικαλυπτόμαστε
καλύπτειςκαλύπτετεκαλύπτεσαικαλύπτεστε, καλυπτόσαστε
καλύπτεικαλύπτουν(ε)καλύπτεταικαλύπτονται
Imper
fekt
κάλυπτακαλύπταμεκαλυπτόμουν(α)καλυπτόμαστε, καλυπτόμασταν
κάλυπτεςκαλύπτατεκαλυπτόσουν(α)καλυπτόσαστε
κάλυπτεκάλυπταν, καλύπταν(ε)καλυπτόταν(ε)καλύπτονταν
Aoristκάλυψακαλύψαμεκαλύφθηκα, καλύφτηκακαλυφθήκαμε, καλυφτήκαμε
κάλυψεςκαλύψατεκαλύφθηκες, καλύφτηκεςκαλυφθήκατε, καλυφτήκατε
κάλυψεκάλυψαν, καλύψαν(ε)καλύφθηκε, καλύφτηκεκαλύφθηκαν, καλυφθήκαν(ε), καλύφτηκαν, καλυφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω καλύψει
έχω καλυμμένο
έχουμε καλύψει
έχουμε καλυμμένο
έχω καλυφθεί
έχω καλυφτεί
είμαι καλυμμένος, -η
έχουμε καλυφθεί
έχουμε καλυφτεί
είμαστε καλυμμένοι, -ες
έχεις καλύψει
έχεις καλυμμένο
έχετε καλύψει
έχετε καλυμμένο
έχεις καλυφθεί
έχεις καλυφτεί
είσαι καλυμμένος, -η
έχετε καλυφθεί
έχετε καλυφτεί
είστε καλυμμένοι, -ες
έχει καλύψει
έχει καλυμμένο
έχουν καλύψει
έχουν καλυμμένο
έχει καλυφθεί
έχει καλυφτεί
είναι καλυμμένος, -η, -ο
έχουν καλυφθεί
έχουν καλυφτεί
είναι καλυμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα καλύψει
είχα καλυμμένο
είχαμε καλύψει
είχαμε καλυμμένο
είχα καλυφθεί
είχα καλυφτεί
ήμουν καλυμμένος, -η
είχαμε καλυφθεί
είχαμε καλυφτεί
ήμαστε καλυμμένοι, -ες
είχες καλύψει
είχες καλυμμένο
είχατε καλύψει
είχατε καλυμμένο
είχες καλυφθεί
είχες καλυφτεί
ήσουν καλυμμένος, -η
είχατε καλυφθεί
είχατε καλυφτεί
ήσαστε καλυμμένοι, -ες
είχε καλύψει
είχε καλυμμένο
είχαν καλύψει
είχαν καλυμμένο
είχε καλυφθεί
είχε καλυφτεί
ήταν καλυμμένος, -η, -ο
είχαν καλυφθεί
είχαν καλυφτεί
ήταν καλυμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καλύπτωθα καλύπτουμε, θα καλύπτομεθα καλύπτομαιθα καλυπτόμαστε
θα καλύπτειςθα καλύπτετεθα καλύπτεσαιθα καλύπτεστε, θα καλυπτόσαστε
θα καλύπτειθα καλύπτουν(ε)θα καλύπτεταιθα καλύπτονται
Fut
ur
θα καλύψωθα καλύψουμε, θα καλύψομεθα καλυφθώ, θα καλυφτώθα καλυφθούμε, θα καλυφτούμε
θα καλύψειςθα καλύψετεθα καλυφθείς, θα καλυφτείςθα καλυφθείτε, θα καλυφτείτε
θα καλύψειθα καλύψουν(ε)θα καλυφθεί, θα καλυφτείθα καλυφθούν(ε), θα καλυφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καλύψει
θα έχω καλυμμένο
θα έχουμε καλύψει
θα έχουμε καλυμμένο
θα έχω καλυφθεί
θα έχω καλυφτεί
θα είμαι καλυμμένος, -η
θα έχουμε καλυφθεί
θα έχουμε καλυφτεί
θα είμαστε καλυμμένοι, -ες
θα έχεις καλύψει
θα έχεις καλυμμένο
θα έχετε καλύψει
θα έχετε καλυμμένο
θα έχεις καλυφθεί
θα έχεις καλυφτεί
θα είσαι καλυμμένος, -η
θα έχετε καλυφθεί
θα έχετε καλυφτεί
θα είστε καλυμμένοι, -ες
θα έχει καλύψει
θα έχει καλυμμένο
θα έχουν καλύψει
θα έχουν καλυμμένο
θα έχει καλυφθεί
θα έχει καλυφτεί
θα είναι καλυμμένος, -η, -ο
θα έχουν καλυφθεί
θα έχουν καλυφτεί
θα είναι καλυμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καλύπτωνα καλύπτουμε, να καλύπτομενα καλύπτομαινα καλυπτόμαστε
να καλύπτειςνα καλύπτετενα καλύπτεσαινα καλύπτεστε, να καλυπτόσαστε
να καλύπτεινα καλύπτουν(ε)να καλύπτεταινα καλύπτονται
Aoristνα καλύψωνα καλύψουμε, να καλύψομενα καλυφθώ, να καλυφτώνα καλυφθούμε, να καλυφτούμε
να καλύψειςνα καλύψετενα καλυφθείς, να καλυφτείςνα καλυφθείτε, να καλυφτείτε
να καλύψεινα καλύψουν(ε)να καλυφθεί, να καλυφτείνα καλυφθούν(ε), να καλυφτούν(ε)
Perf να έχω καλύψει
να έχω καλυμμένο
να έχουμε καλύψει
να έχουμε καλυμμένο
να έχω καλυφθεί
να έχω καλυφτεί
να είμαι καλυμμένος, -η
να έχουμε καλυφθεί
να έχουμε καλυφτεί
να είμαστε καλυμμένοι, -ες
να έχεις καλύψει
να έχεις καλυμμένο
να έχετε καλύψει
να έχετε καλυμμένο
να έχεις καλυφθεί
να έχεις καλυφτεί
να είσαι καλυμμένος, -η
να έχετε καλυφθεί
να έχετε καλυφτεί
να είστε καλυμμένοι, -ες
να έχει καλύψει
να έχει καλυμμένο
να έχουν καλύψει
να έχουν καλυμμένο
να έχει καλυφθεί
να έχει καλυφτεί
να είναι καλυμμένος, -η, -ο
να έχουν καλυφθεί
να έχουν καλυφτεί
να είναι καλυμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκάλυπτεκαλύπτετεκαλύπτεστε
Aoristκαλύψεκαλύψετε, καλύψτεκαλύψουκαλυφθείτε, καλυφτείτε
Part
izip
Presκαλύπτονταςκαλυπτόμενος
Perfέχοντας καλύψει, έχοντας καλυμμένοκαλυμμένος, -η, -οκαλυμμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαλύψεικαλυφθεί, καλυπτεί













Person Wortform
Präsens ich decke
du deckst
er, sie, es deckt
Präteritum ich deckte
Konjunktiv II ich deckte
Imperativ Singular decke!
deck!
Plural deckt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gedeckt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:decken




Griechische Definition zu καλύπτω

καλύπτω [kalípto] -ομαι : I1α. τοποθετώ, απλώνω κτ. επάνω σε κτ. άλλο, για να το κρύψω ή να το προστατεύσω· σκεπάζω: Kάλυψε το γυμνό σώμα του με μια κουβέρτα. H φούστα καλύπτει τα γόνατα. Kάλυψε το πρόσωπό της με τα χέρια της. Tο δάπεδο καλύπτεται με χαλιά. Tο σώμα του ψαριού καλύπτεται με λέπια. Tο κεφάλι της ήταν καλυμμένο με μαντίλι. καλύπτω τα νώτα* μου. || (παθ., στρατ.) βάζω το καπέλο μου. || τοποθετώ στέγη ή στέγαστρο: Tην καλύβα την κάλυψαν με καλάμια. β. γεμίζωI2: H αναφορά του καλύπτει δύο ολόκληρες σελίδες. || για κτίσμα που απλώνεται σε μια επιφάνεια: H οικοδομή καλύπτει το 40% του οικοπέδου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καλύπτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15