κακός -ή -ιά -ό Adj.  [kakos -i -ia -o, kakos -h -ia -o]

  Adj.
(717)
  Adj.
(420)
schlimm (ugs.)
  Adj.
(120)
(109)
  Adj.
(106)
  Adj.
(45)
  Adj.
(2)
  Adj.
(0)
  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Γι' αυτό, εγώ τουλάχιστον θα συνεχίσω να υπερασπίζομαι μια βιομηχανία που συχνά απομονώνεται ως ο μεγάλος κακός λύκος.Daher werde ich mich zum Beispiel weiter für die Branche einsetzen, die oftmals als der böse Wolf dargestellt wird.

Übersetzung bestätigt

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, τη δέκατη ημέρα, είπε: "Πάντα πίστευα ότι ο άνθρωπος είναι κακός · τώρα δεν είμαι σίγουρος" .Er sagte am zehnten Tag dieses Treffens: "Ich dachte immer, der Mensch sei böse ..., aber jetzt bin ich nicht mehr sicher ".

Übersetzung bestätigt

Φαντάζεστε ότι, όπως ο κακός δαίμονας του Ντεκάρτ, μπορείτε να στρεβλώσετε την πραγματικότητά τους ελέγχοντας την αντίληψή τους;Oder denken Sie, dass Sie wie der böse Dämon des Descartes ihre Realität beeinflussen können, indem Sie ihre Wahrnehmung kontrollieren?

Übersetzung bestätigt

Στο Ντένβερ ήταν οι ΗΠΑ ο κακός, ο bad guy ας πούμε.In Denver waren die USA der böse Bube, der bad guy sozusagen.

Übersetzung bestätigt

Φαίνεται ότι όταν ο πύραυλος έχει σφαγίδα επάνω made in United States ή made in Europe είναι καλός πύραυλος και όταν είναι made in Russia είναι κακός πύραυλος, διότι αυτή την εντύπωση μου δίνετε, λυπούμαι που μέσα σ'αυτό το ψήφισμα το οποίο δεν θα έχει καμμία σημασία υπάρχει αυτή η παράγραφος.Es scheint so zu sein, daß eine Rakete, die den Stempel made in USA oder made in Europe trägt, eine gute Rakete und eine mit made in Russia eine böse Rakete ist; das ist der Eindruck, den Sie auf mich machen, es tut mir leid, daß in der vorliegenden Entschließung, die keine Bedeutung haben wird, dieser Absatz steht.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

  • κακός (maskulin)
  • κακή (feminin)
  • κακιά (feminin)
  • κακό (neutrum)


Griechische Definition zu κακός -ή -ιά -ό

κακός, επίθ.· συγκρ. κακότερος· χειρότερος· υπερθ. κακιστότατος· πληθ. κακίστοι.

1) Άσχημος:
κακόν θάνατον (Aσσίζ. 4689
κακός καιρός (Aσσίζ. 29819).
2)
α) Eυτελής:
ρούχον … κακόν, πλέον εμπαλωμένον (Σαχλ., Aφήγ. 409
β) σαθρός·
φρ. έχω κακό θεμέλιο = (προκ. για σκέψη, συλλογισμό, κλπ.) είμαι αβάσιμος:
(Eρωτόκρ. Γ´ 172).
3)
α) Kακεντρεχής, κακοπροαίρετος:
(Ερωτόκρ. Β´ 1681
την κακίστην γνώμην (Kαλλίμ. 750
β) άδικος:
αφήκεν τον κακόν νόμον διά τον καλόν (Aσσίζ. 1966
γ) ανάξιος:
εσυντροφιάστηκε μ’ άντρα κακό (Πανώρ. B´ 27
δ) ανήθικος, αισχρός:
να ορέγεται την τιμίαν αυτήν γυναίκαν εις κακήν όρεξιν (Mορεζίν., Kλίνη Σολομ. 41282
ε) ασεβής, αμαρτωλός:
τους κακούς χριστιανούς (Mαχ. 52835).
4)
α) Άγριος, εχθρικός:
ο φθόνος, το κακό θηρίον (Γεωργηλ., Bελ. Λ 13
β) (προκ. για πέλαγος) φουρτουνιασμένος:
(Xρον. Mορ. H 1680
γ) (προκ. για άνεμο) αντίξοος:
(Θησ. (Foll.) I 13).
5) (Προκ. για τόπο, οδό, κλπ.) αφιλόξενος, δύσβατος:
άγριαν στράταν και κακήν, λιθοπετροστρωμένην (Λόγ. παρηγ. L 50
(προκ. για τον Άδη):
(Aποκ. Θεοτ. II 55).
6)
α) Eπικίνδυνος, σοβαρός:
κακές λαβωματιές (Eρωτόκρ. Δ´ 1149
β) (προκ. για πταίσμα, αμάρτημα, κλπ.) ολέθριος:
(Iστ. Bλαχ. 2742
γ) φονικός:
κακό μαχαίρι (Aιτωλ., Bοηβ. 237
δ) (προκ. για φίδι) φαρμακερός:
(Aλεξ. 2038
ε) ανόσιος:
θαυμάσματα πολλά και κακά να σφάξουν την αδελφήν μας (Διγ. Esc. 98 κριτ. υπ).
7)
α) Δυσοίωνος:
Σημάδι … κακό, σκοτεινιασμένο (Λίμπον. 211
β) δυσάρεστος, δυσμενής:
Mοίρα κακή και αντίδικη (Eρωφ. Γ´ 9
(προκ. για φυλακή):
(Διγ. Z 2520
γ) (προκ. για το γήρας) δυσβάστακτος:
(Διγ. Esc. 535
δ) έκφρ. κακή καρδία = δυσάρεστη ψυχική διάθεση:
(Διγ. Esc. 444).
8)
α) Aνεπιτυχής:
τον κακόν του λογαριασμόν (Aσσίζ. 22828
β) αταίριαστος, απρεπής:
δεν ήπρεπε να δώσει τόσα κακήν αντίμεψη στου Γύπαρη την τόση αγάπην (Πανώρ. Γ´ 448).
9)
α) (Πλεοναστικώς):
κακήν απροσεξίαν (Eρμον. Ω 264
β) (σε επίπληξη):
Eίντα παραμυθίσματα, κακό παιδί, είν’ αυτάνα (Eρωτόκρ. Δ´ 374
γ) (σε κατάρα):
άμε στον κακό χρόνο (Φορτουν. E´ 244
δ) (στη θέση άλλων διατυπώσεων):
εδιάβη στην κακή ώρα (Διήγ. ωραιότ. 662).
[αρχ. επίθ. κακός. Βλ. και κακόν. H λ. και ο συγκρ. χειρότερος και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback