ζω  Verb  [zo, zw]

Ähnliche Bedeutung wie ζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ζω

... Όσο ζω ελπίζω. ...

... Είμαι συνηθισμένος να ζω μόνος. ...

... Δε ζω στο Τουρίνο. ...

Quelle: ruel, mululatv, musiclover


Beispielsätze erleben

... Im Zuge der Euro-Rettungsschirme erleben wir gerade die Ent-Demokratisierung der Parlamente. ...

... Wenige Menschen leben mehr als ein Jahrhundert, aber viele erleben zwei Jahrhunderte. ...

... In einem fremden Land erleben die meisten von uns einen kulturellen Schock. ...

Quelle: Esperantostern, al_ex_an_der, runawaytiger

Grammatik



ΖΩ
I live
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ζωζούμε
ζειςζείτε
ζειζούν(ε)
Imper
fekt
ζούσαζούσαμε
ζούσεςζούσατε
ζούσεζούσαν(ε)
Aoristέζησαζήσαμε
έζησεςζήσατε
έζησεέζησαν, ζήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω ζήσειέχουμε ζήσει
έχεις ζήσειέχετε ζήσει
έχει ζήσειέχουν ζήσει
Plu
perf
ekt
είχα ζήσειείχαμε ζήσει
είχες ζήσειείχατε ζήσει
είχε ζήσειείχαν ζήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ζωθα ζούμε
θα ζειςθα ζείτε
θα ζειθα ζούν(ε)
Fut
ur
θα ζήσωθα ζήσουμε
θα ζήσειςθα ζήσετε
θα ζήσειθα ζήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ζήσειθα έχουμε ζήσει
θα έχεις ζήσειθα έχετε ζήσει
θα έχει ζήσειθα έχουν ζήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ζωνα ζούμε
να ζειςνα ζείτε
να ζεινα ζούν(ε)
Aoristνα ζήσωνα ζήσουμε, να ζήσομε
να ζήσειςνα ζήσετε
να ζήσεινα ζήσουν(ε)
Perfνα έχω ζήσεινα έχουμε ζήσει
να έχεις ζήσεινα έχετε ζήσει
να έχει ζήσεινα έχουν ζήσει
Imper
ativ
Presζείτε
Aoristζήσεζήστε, ζήσετε
Part
izip
Presζώντας
Perfέχοντας ζήσει
InfinAoristζήσει





Person Wortform
Präsens ich lebe
du lebst
er, sie, es lebt
Präteritum ich lebte
Konjunktiv II ich lebte
Imperativ Singular lebe!
leb!
Plural lebt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelebt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:leben


Griechische Definition zu ζω

ζω [zó] .9α : 1. έχω ζωή, βρίσκομαι στη ζωή: Έλειπε χρόνια πολλά από την πατρίδα του· κανείς δεν ήξερε αν ζει ή αν πέθανε. (ευχή) να ζήσεις! να ζήσετε (και να ευτυχήσετε)! να μας ζήσουν! να σου ζήσει ο γιος / η κόρη / η θυγατέρα! ΦΡ ζει και βασιλεύει*. ζω και ζένω* / ζένομαι. ΠAΡ Zήσε, Mάη μου / μαύρε μου, να φας τριφύλλι*. || H ψυχή ζει και μετά το θάνατο. α. (με προσδιορισμό χρόνου ή χρονικής διάρκειας): Πότε έζησε; Έζησε (σ)τον περασμένο αιώνα. Ο παππούς μας έζησε πάνω από εκατό χρόνια. || Tο άλογο ζει περίπου είκοσι χρόνια. Tα πλατάνια μπορούν να ζήσουν ως τέσσερις χιλιάδες χρόνια. ΦΡ ως τότε, ποιος ζει, ποιος πεθαίνει*. ζει σε άλλη εποχή / σε άλλον αιώνα, δεν έχει αντιληφθεί τις εξελίξεις και τις αλλαγές της εποχής μας. β. (με προσδιορισμό τόπου, περιβάλλοντος): ζω στην πόλη / στο χωριό· (πρβ. κατοικώ). Γεννήθηκε σ΄ ένα μικρό χωριό, έζησε όμως και μεγάλωσε στην πόλη. Tο όνειρό του είναι να ζήσει στην εξοχή. || Tο φαγγρί ζει σε καθαρά νερά και σε βάθος ως διακόσια μέτρα. ΦΡ ζει στα σύννεφα / σε άλλον πλανήτη / στον κόσμο του / σε άλλον κόσμο / στη Σελήνη / στον Άρη, για κπ. που έχει ψευδή αντίληψη ή εκτίμηση της πραγματικότητας μέσα στην οποία ζούμε. (μα) πού ζεις;, (ειρ.) ερώτηση προς κπ. που έχει ψευδή αντίληψη ή εκτίμηση της πραγματικότητας. ζει πίσω από τον ήλιο*. γ. (με προσδιορισμό τρόπου, συνθηκών): ζω φτωχικά. Zουν μέσα στη φτώχεια και στη μιζέρια. ζω καλά, καλοζώ. Kι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, τέλος παραμυθιού. || (έκφρ.) ζω / περνάω σαν πασάς*. || εξασφαλίζω από κάπου τα μέσα για να ζήσω: ζω από το μισθό μου / από τη δουλειά μου. Zει με μια πενιχρή σύνταξη. Zει με / από ελεημοσύνες. || ζω σε βάρος κάποιου. δ. ζω μαζί με κπ. άλλον: Όταν πέθανε ο άντρας της, πήγε να ζήσει με τα παιδιά της. ζω μόνος. || (ειδ.) συζώ: Zει με τον εραστή της. || (για ζώα): Zουν σε αγέλες. Zουν κοπαδιαστά. ε. για κπ. ή για κτ. που παραμένει ζωντανός στη μνήμη των ανθρώπων, συνήθ. ως σύνθημα: Tο Πολυτεχνείο ζει. Ο Παναγούλης ζει. Zεις, ζεις, εσύ μας οδηγείς. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15