επιβάλλω  Verb  [epivallo, epiballw]

Ähnliche Bedeutung wie επιβάλλω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze επιβάλλω

... κάποιο άλλο συμμετέχοντα. Διάφορες διοργανώσεις έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν μεμονωμένα περαιτέρω περιορισμούς, όπως η ρύθμιση του μεγέθους του λογότυπου ...

... (ποδόσφαιρο): Το πέναλτι επιβάλλεται σε βάρος μιας ομάδας που διαπράττει οποιαδήποτε από τις παραβάσεις για τις οποίες επιβάλλεται ένα άμεσο ελεύθερο λάκτισμα ...

... είχε απόλυτη εξουσία (patria potestas) πάνω στα έτερα μέλη. Μπορούσε να επιβάλλει γάμο (π.χ. για οικονομικά συμφέροντα) ή διαζύγιο, να πουλήσει τα παιδιά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze durchsetzen

... Wer seinen Willen durchsetzen will, muss leise sprechen. ...

... Tom nervt, weil er immer seinen Willen durchsetzen muss. ...

... Es ist jedoch unmöglich, daran zu zweifeln, dass sich diese Idee letzten Endes durchsetzen wird und sie in die Praxis umgesetzt werden wird. ...

Quelle: Esperantostern, Pfirsichbaeumchen, al_ex_an_der

Grammatik


ΕΠΙΒΑΛΛΩ
I impose
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
επιβάλλωεπιβάλλουμε, επιβάλλομεεπιβάλλομαιεπιβαλλόμαστε
επιβάλλειςεπιβάλλετεεπιβάλλεσαιεπιβάλλεστε, επιβαλλόσαστε
επιβάλλειεπιβάλλουν(ε)επιβάλλεταιεπιβάλλονται
Imper
fekt
επέβαλλαεπιβάλλαμεεπιβαλλόμουν(α)επιβαλλόμαστε
επέβαλλεςεπιβάλλατεεπιβαλλόσουν(α)επιβαλλόσαστε
επέβαλλεεπέβαλλαν, επιβάλλαν(ε)επιβαλλόταν(ε)επιβάλλονταν
Aoristεπέβαλαεπιβάλαμεεπιβλήθηκαεπιβληθήκαμε
επέβαλεςεπιβάλατεεπιβλήθηκεςεπιβληθήκατε
επέβαλεεπέβαλαν, επιβάλαν(ε)επιβλήθηκεεπιβλήθηκαν, επιβληθήκαν(ε)
Per
fect
έχω επιβάλειέχουμε επιβάλειέχω επιβληθεί
είμαι επιβεβλημένος, -η
έχουμε επιβληθεί
είμαστε επιβεβλημένοι, -ες
έχεις επιβάλειέχετε επιβάλειέχεις επιβληθεί
είσαι επιβεβλημένος, -η
έχετε επιβληθεί
είστε επιβεβλημένοι, -ες
έχει επιβάλειέχουν επιβάλειέχει επιβληθεί
είναι επιβεβλημένος, -η, -ο
έχουν επιβληθεί
είναι επιβεβλημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα επιβάλειείχαμε επιβάλειείχα επιβληθεί
ήμουν επιβεβλημένος, -η
είχαμε επιβληθεί
ήμαστε επιβεβλημένοι, -ες
είχες επιβάλειείχατε επιβάλειείχες επιβληθεί
ήσουν επιβεβλημένος, -η
είχατε επιβληθεί
ήσαστε επιβεβλημένοι, -ες
είχε επιβάλειείχαν επιβάλειείχε επιβληθεί
ήταν επιβεβλημένος, -η, -ο
είχαν επιβληθεί
ήταν επιβεβλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα επιβάλλωθα επιβάλλουμε, θα επιβάλλομεθα επιβάλλομαιθα επιβαλλόμαστε
θα επιβάλλειςθα επιβάλλετεθα επιβάλλεσαιθα επιβάλλεστε, θα επιβαλλόσαστε
θα επιβάλλειθα επιβάλλουν(ε)θα επιβάλλεταιθα επιβάλλονται
Fut
ur
θα επιβάλωθα επιβάλουμε, θα επιβάλομεθα επιβληθώθα επιβληθούμε
θα επιβάλειςθα επιβάλετεθα επιβληθείςθα επιβληθείτε
θα επιβάλειθα επιβάλουν(ε)θα επιβληθείθα επιβληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω επιβάλειθα έχουμε επιβάλειθα έχω επιβληθεί
θα είμαι επιβεβλημένος, -η
θα έχουμε επιβληθεί
θα είμαστε επιβεβλημένοι, -ες
θα έχεις επιβάλειθα έχετε επιβάλειθα έχεις επιβληθεί
θα είσαι επιβεβλημένος, -η
θα έχετε επιβάλει
θα είστε επιβεβλημένοι, -ες
θα έχει επιβάλειθα έχουν επιβάλειθα έχει επιβληθεί
θα είναι επιβεβλημένος, -η, -ο
θα έχουν επιβληθεί
θα είναι επιβεβλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να επιβάλλωνα επιβάλλουμε, να επιβάλλομενα επιβάλλομαινα επιβαλλόμαστε
να επιβάλλειςνα επιβάλλετενα επιβάλλεσαινα επιβάλλεστε, να επιβαλλόσαστε
να επιβάλλεινα επιβάλλουνενα επιβάλλεταινα επιβάλλονται
Aoristνα επιβάλωνα επιβάλουμενα επιβληθώνα επιβληθούμε
να επιβάλειςνα επιβάλετενα επιβληθείςνα επιβληθείτε
να επιβάλεινα επιβάλουν(ε)να επιβληθείνα επιβληθούν(ε)
Perfνα έχω επιβάλεινα έχουμε επιβάλεινα έχω επιβληθεί
να είμαι επιβεβλημένος, -η
να έχουμε επιβληθεί
να είμαστε επιβεβλημένοι, -ες
να έχεις επιβάλεινα έχετε επιβάλεινα έχεις επιβληθεί
να είσαι επιβεβλημένος, -η
να έχετε επιβληθεί
να είστε επιβεβλημένοι, -ες
να έχει επιβάλεινα έχουν επιβάλεινα έχει επιβληθεί
να είναι επιβεβλημένος, -η, -ο
να έχουν επιβληθεί
να είναι επιβεβλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεπίβαλλεεπιβάλλετεεπιβάλλεστε
Aoristεπίβαλεεπιβάλετεεπιβληθείτε
Part
izip
Presεπιβάλλονταςεπιβαλλόμενος
Perfέχοντας επιβάλειεπιβεβλημένος, -η, -οεπιβεβλημένοι, -ες, -α
InfinAoristεπιβάλειεπιβληθεί
















Griechische Definition zu επιβάλλω

επιβάλλω [epiválo] -ομαι Ρ πρτ. επέβαλλα, αόρ. επέβαλα, απαρέμφ. επιβάλει, παθ. αόρ. επιβλήθηκα, γ' πρόσ. (λόγ., σπάν.) και επεβλήθη, επεβλήθησαν, απαρέμφ. επιβληθεί, μππ. επιβεβλημένος* : 1α.υποχρεώνω κπ. να δεχτεί κτ., συνήθ. δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο: επιβάλλω τη γνώμη / τις απόψεις / τους όρους μου. επιβάλλω πειθαρχία. || για υποχρέωση που προκύπτει από νόμο: επιβάλλω κυρώσεις / πρόστιμο σε κπ. H κυβέρνηση δε θα επιβάλει νέους φόρους. Tο δικαστήριο του επέβαλε την ποινή του θανάτου. Επεβλήθησαν βαρύτατα πρόστιμα. || για ενέργεια που γίνεται με τη βία: Επιβλήθηκε δικτατορία. β. καθιστώ κτ. αναγκαίο ή απαραίτητο: H επιδημία επιβάλλει τη λήψη μέτρων. Ύστερα από σκληρή εργασία η ανάπαυση επιβάλλεται. γ. (απρόσ.): Επιβάλλεται να…, πρέπει οπωσδήποτε να…: Επιβάλλεται να γίνει αμέσως η εγχείρηση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu επιβάλλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15